Ι.Β. Στάλιν: Η σημασία του σταχανοφικού κινήματος
Ι.Β. Στάλιν: Οργανώστε την μαζική κριτική από τα κάτω
Ι.Β.Στάλιν: Το Κόμμα και η εργατική τάξη στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου
άποψη του ταξικού της περιεχομένου, από την άποψη της κρατικής της φύσης, και τέλος, από την άποψη των
καθηκόντων της καταστροφής και δημιουργίας, που εκπληρώνονται στη διάρκεια μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου,
που ονομάζεται μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.
Τώρα χρειάζεται να μιλήσουμε για τη δικτατορία του προλεταριάτου από την άποψη της συγκρότησής της, από την
άποψη του «μηχανισμού» της, από την άποψη του ρόλου και της σημασίας των «λουριών μεταβίβασης», των
«μοχλών», και της «κατευθύνουσας δύναμης», που στο σύνολο τους αποτελούν «το σύστημα της δικτατορίας του
προλεταριάτου» (Λένιν) και που μ' αυτά πραγματοποιείται η καθημερινή εργασία της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Ποια είναι αυτά τα «λουριά μεταβίβασης», ή «οι «μοχλοί» στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου; Ποια
είναι αυτή «η κατευθύνουσα δύναμη»; Σε τι χρειάζονται;
Οι μοχλοί ή τα λουριά μεταβίβασης είναι οι ίδιες οι μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου, που χωρίς αυτές είναι
αδύνατο να ασκηθεί η δικτατορία.
Η κατευθύνουσα δύναμη είναι το πρωτοπόρο τμήμα του προλεταριάτου, είναι η εμπροσθοφυλακή του, που αποτελεί
τη βασική καθοδηγητική δύναμη της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Τα λουριά αυτά μεταβίβασης, οι μοχλοί και η κατευθύνουσα δύναμη είναι απαραίτητα για το προλεταριάτο, γιατί
χωρίς αυτά θα βρισκόταν στον αγώνα του για τη νίκη στη θέση ενός άοπλου στρατού αντιμέτωπου με το οργανωμένο
και εξοπλισμένο κεφάλαιο. Οι οργανώσεις αυτές είναι απαραίτητες στο προλεταριάτο, γιατί χωρίς αυτές θα πάθαινε
αναπόφευκτη ήττα στον αγώνα του για την ανατροπή της αστικές τάξης, στον αγώνα του για τη στερέωση της εξουσίας
του, στον αγώνα του για την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού. Η συστηματική βοήθεια αυτών των οργανώσεων και η
κατευθύνουσα δύναμη της πρωτοπορίας είναι απαραίτητες, γιατί χωρίς αυτούς τους όρους είναι αδύνατη μια κάπως
μακρόχρονη και στερεή δικτατορία του προλεταριάτου.
Ποιες είναι αυτές οι οργανώσεις;
Είναι, πρώτο, τα επαγγελματικά συνδικάτα των εργατών με τις διακλαδώσεις τους στο κέντρο και τοπικά με τη μορφή
μιας ολόκληρης σειράς από παραγωγικές, πολιτιστικές, διαπαιδαγωγητικές και άλλες οργανώσεις. Οι οργανώσεις
αυτές συνενώνουν τους εργάτες όλων των επαγγελμάτων. Οι οργανώσεις αυτές δεν είναι κομματικές. Τα
επαγγελματικά συνδικάτα μπορούν να ονομαστούν καθολική οργάνωση της εργατική τάξης που είναι η κυρίαρχη τάξη
στη χώρα μας. Είναι το σχολειό του κομμουνισμού. Αναδείχνουν από τις γραμμές τους τους καλύτερους ανθρώπους
για την καθοδηγητική δουλιά σ' όλους τους τομείς της διακυβέρνησης της χώρας. Πραγματοποιούν τη σύνδεση
ανάμεσα στα πρωτοπόρα και στα καθυστερημένα στοιχεία της εργατικές τάξης. Συνενώνουν τις εργατικές μάζες με την
πρωτοπορία της εργατικής τάξης.
Είναι, δεύτερο, τα Σοβιέτ με τις πολυάριθμες διακλαδώσεις τους στο κέντρο και τοπικά, με τη μορφή των διοικητικών,
οικονομικών, στρατιωτικών, πολιτιστικών και άλλων κρατικών οργανώσεων, συν τις απειράριθμες αυτοδημιούργητες
μαζικές ενώσεις των εργαζομένων, που περιβάλλουν αυτές τις οργανώσεις και τις συνδέουν με τον πληθυσμό. Τα
Σοβιέτ είναι μαζική οργάνωση όλων των εργαζομένων της πόλης και του χωριού. Δεν είναι οργάνωση κομματική. Τα
Σοβιέτ είναι η άμεση έκφραση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Μέσω των Σοβιέτ εφαρμόζονται όλα τα μέτρα για
το δυνάμωμα της δικτατορίας και την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μέσω των Σοβιέτ πραγματοποιείται η
καθοδήγηση της αγροτιάς από το προλεταριάτο στον κρατικό τομέα. Τα Σοβιέτ συνενώνουν τα εκατομμύρια των
εργαζομένων μαζών με την πρωτοπορία του προλεταριάτου.
Είναι τρίτο, οι συνεταιρισμοί όλων των ειδών με όλες τις διακλαδώσεις τους. Ο συνεταιρισμός είναι μαζική οργάνωση
των εργαζομένων, οργάνωση ακομματική, που τους συνενώνει πρώτα-πρώτα σαν καταναλωτές και με το πέρασμα του
χρόνου και σαν παραγωγούς, (αγροτικοί παραγωγικοί συνεταιρισμοί). Ο συνεταιρισμός αποχτά ιδιαίτερη σημασία
ύστερα από τη στερέωση της δικτατορίας του προλεταριάτου, στην περίοδο της πλατιάς ανοικοδόμησης. Διευκολύνει
τη σύνδεση της πρωτοπορίας του προλεταριάτου με τις μάζες της αγροτιάς και δημιουργεί τη δυνατότητα να
τραβηχτούν οι μάζες αυτές στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης.
Είναι τέταρτο, η Ομοσπονδία της νεολαίας. Η Ομοσπονδία της νεολαίας είναι μαζική οργάνωση της εργατικής και της
αγροτικής νεολαίας, οργάνωση ακομματική, που πρόσκειται όμως στο κόμμα. Για καθήκον της έχει να βοηθά το κόμμα
στο έργο της διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς με το πνεύμα του σοσιαλισμού. Εξασφαλίζει εφεδρείες νέων για όλες
τις υπόλοιπες μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου σ' όλους τους τομείς της διακυβέρνησης της χώρας. Η
Ομοσπονδία της νεολαίας απόχτησε ιδιαίτερη σημασία ύστερα από τη στερέωση της δικτατορίας του προλεταριάτου,
στην περίοδο της πλατιάς πολιτιστικής και διαπαιδαγωγητικής δουλιάς του προλεταριάτου.
Είναι τέλος, το κόμμα του προλεταριάτου, η πρωτοπορία του. Η δύναμή του συνίσταται στο ότι απορροφάει στις
γραμμές του όλους τους καλύτερους ανθρώπους του προλεταριάτου απ' όλες τις μαζικές του οργανώσεις. Η αποστολή
του είναι να συντονίζει τη δουλιά όλων χωρίς εξαίρεση των μαζικών οργανώσεων του προλεταριάτου και να
κατευθύνει τη δράση τους προς ένα ενιαίο σκοπό, το σκοπό της απελευθέρωσης του προλεταριάτου. Και είναι
απόλυτα αναγκαίο να τις συντονίζει και να τις κατευθύνει προς ένα ενιαίο σκοπό, γιατί χωρίς αυτό είναι αδύνατη η
ενότητα πάλης του προλεταριάτου, γιατί χωρίς αυτό είναι αδύνατο να καθοδηγηθούν οι προλεταριακές μάζες στον
αγώνα τους για την εξουσία, στον αγώνα τους για την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μονάχα όμως η πρωτοπορία
του προλεταριάτου, το κόμμα του, είναι ικανό να συντονίζει και να κατευθύνει τη δουλιά των μαζικών οργανώσεων
του προλεταριάτου. Μονάχα το κόμμα του προλεταριάτου, μονάχα το κόμμα των κομμουνιστών είναι ικανό να
εκπληρώσει αυτό το ρόλο του βασικού καθοδηγητή μέσα στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Γιατί;
«Πρώτο, γιατί το κόμμα είναι το σημείο συγκέντρωσης των καλύτερων στοιχείων της εργατικής τάξης, που συνδέονται
άμεσα με τις εξωκομματικές οργανώσεις του προλεταριάτου και πολύ συχνά τις καθοδηγούν. Δεύτερο, γιατί το κόμμα,
σα σημείο συγκέντρωσης των καλύτερων ανθρώπων της εργατικής τάξης, είναι το καλύτερο σχολειό για τη
διαμόρφωση ηγετών της εργατικής τάξης, ικανών να καθοδηγούν κάθε μορφή οργάνωσης της τάξης τους. Τρίτο, γιατί
το κόμμα, σαν το καλύτερο σχολειό ηγετών της εργατικής τάξης, είναι χάρη στην πείρα και το κύρος του η μοναδική
οργάνωση, η ικανή να συγκεντρώνει τη διεύθυνση της πάλης του προλεταριάτου και να μετατρέψει με τον τρόπο αυτό
όλες τις εξωκομματικές οργανώσεις της εργατικής τάξης σε εξυπηρετικά όργανα και λουριά μεταβίβασης που
συνδέουν το κόμμα με την τάξη».
Το κόμμα είναι η βασική καθοδηγητική δύναμη στο σύστημα της δικτατορίας του
προλεταριάτου
«Το κόμμα είναι η ανώτατη μορφή ταξικής ένωσης του προλεταριάτου» (Λένιν).
Ετσι λοιπόν: τα επαγγελματικά συνδικάτα, σα μαζική οργάνωση του προλεταριάτου, που συνδέει το κόμμα με την
τάξη, προπαντός στον παραγωγικό τομέα τα Σοβιέτ, σα μαζική οργάνωση των εργαζομένων, που συνδέει το κόμμα
μαζί τους, προπαντός στον κρατικό τομέα. Οι συνεταιρισμοί, σα μαζική οργάνωση κυρίως της αγροτιάς, που συνδέει το
κόμμα με τις αγροτικές μάζες, προπαντός στον οικονομικό τομέα, στον τομέα του τραβήγματος της αγροτιάς στη
σοσιαλιστική ανοικοδόμηση. Η Ομοσπονδία της νεολαίας, σαν μαζική οργάνωση της εργατικής και της αγροτικής
νεολαίας, προορισμένη να διευκολύνει την πρωτοπορία του προλεταριάτου στη σοσιαλιστική διαπαιδαγώγηση της
νέας γενιάς και στην προετοιμασία εφεδρειών νέων. Και τέλος, το κόμμα, σα βασική κατευθυντική δύναμη στο
σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, προορισμένη να καθοδηγεί όλες αυτές τις μαζικές οργανώσεις - αυτή
είναι σε γενικές γραμμές η εικόνα του «μηχανισμού» της δικτατορίας, η εικόνα του «συστήματος της δικτατορίας του
προλεταριάτου».
Χωρίς το κόμμα, σα βασική καθοδηγητική δύναμη, είναι αδύνατη μια κάπως μακρόχρονη και στέρεη δικτατορία του
προλεταριάτου.
Ετσι για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Λένιν, «κι’ έτσι έχουμε σε γενικές γραμμές έναν προλεταριακό μηχανισμό
που τυπικά δεν είναι κομμουνιστικός, έναν προλεταριακό μηχανισμό ευλύγιστο και σχετικά πλατύ και πολύ ισχυρό,
που μέσω αυτού το Κόμμα συνδέεται στενά με την τάξη και με τη μάζα και μέσω αυτού, με την καθοδήγηση του
Κόμματος, πραγματοποιείται η δικτατορία της τάξης».
Μ' αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να εννοούμε ότι το κόμμα μπορεί ή πρέπει να υποκαταστήσει τα επαγγελματικά
συνδικάτα, τα Σοβιέτ και τις άλλες μαζικές οργανώσεις. Το κόμμα ασκεί τη δικτατορία του προλεταριάτου. Δεν την
ασκεί όμως άμεσα, αλλά με τη βοήθεια των επαγγελματικών συνδικάτων, μέσω των Σοβιέτ και των διακλαδώσεων
τους. Χωρίς αυτά τα «λουριά μεταβίβασης», θα ‘ταν αδύνατη μια κάπως στερεή δικτατορία.
«Δεν μπορείς -λέει ο Λένιν- να πραγματοποιείς τη δικτατορία χωρίς μερικά «λουριά μεταβίβασης» από την
πρωτοπορία προς τη μάζα της πρωτοπόρας τάξης και από την τάξη αυτήν στη μάζα των εργαζομένων».
«Το Κόμμα αφομοιώνει, μπορούμε να πούμε, την πρωτοπορία του προλεταριάτου και η πρωτοπορία αυτή
πραγματοποιεί τη δικτατορία του προλεταριάτου. Και όταν δεν έχεις ένα τέτιο θεμέλιο σαν τα συνδικάτα, δεν μπορείς
να πραγματοποιείς τη δικτατορία, δεν μπορείς να εκπληρώνεις τις κρατικές λειτουργίες. Κι’ αυτές πάλι είσαι
υποχρεωμένος να τις πραγματοποιείς μέσω* μιας σειράς ιδιαίτερων οργάνων, που και αυτά πάλι είναι κάποιου νέου
τύπου, συγκεκριμένα: μέσω* του κρατικού μηχανισμού».
Σαν ανώτατη έκφραση του καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος π.χ. στη χώρα μας, στη Σοβιετική Ενωση, στη χώρα της
δικτατορίας του προλεταριάτου, πρέπει να αναγνωριστεί το γεγονός ότι ούτε ένα σοβαρό πολιτικό η οργανωτικό
ζήτημα δε λύνεται από τις σοβιετικές και τις άλλες μαζικές οργανώσεις μας, χωρίς τις καθοδηγητικές υποδείξεις του
κόμματος. Μ' αυτή την έννοια θα μπορούσε να πει κανείς ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι στην ουσία
«δικτατορία» της πρωτοπορίας του, «δικτατορία» του κόμματός του, σαν βασικής καθοδηγητικής δύναμης του
προλεταριάτου. Να τι είπε ο Λένιν για το ζήτημα αυτό στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικές Διεθνούς.
«0 Τάνερ λέει πως είναι υπέρ της δικτατορίας του προλεταριάτου, τη δικτατορία όμως του προλεταριάτου δεν τη
βλέπει με το τρόπο που τη βλέπουμε εμείς. Λέει πως με την έννοια δικτατορία του προλεταριάτου εμείς εννοούμε
στην ουσία* τη δικτατορία της οργανωμένης και συνειδητής μειοψηφίας του.
Και πραγματικά, στην εποχή του καπιταλισμού, όταν οι εργατικές μάζες υποβάλλονται σε συνεχή εκμετάλλευση και
δεν μπορούν να αναπτύξουν τις ανθρώπινες ικανότητές τους, το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα για τα εργατικά
πολιτικά κόμματα είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν μπορούν να αγκαλιάσουν παρά τη μειοψηφία της τάξης τους. Το
πολιτικό κόμμα μπορεί να ενώσει μόνο τη μειοψηφία της τάξης, όπως ακριβώς όπως και οι πραγματικά συνειδητοί
εργάτες σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία αποτελούν μόνο τη μειοψηφία όλων των εργατών. Γι' αυτό είμαστε
υποχρεωμένοι να παραδεχθούμε πως μόνο η συνειδητή αυτή μειοψηφία μπορεί να καθοδηγήσει τις πλατιές εργατικές
μάζες και να τις τραβήξει πίσω της. Και αν ο σ. Τάνερ λέει πως είναι εχθρός του κόμματος και ταυτόχρονα υποστηρίζει
πως η μειοψηφία των καλύτερα οργανωμένων και των πιο επαναστατών εργατών πρέπει να υποδείχνει το δρόμο σε
όλο το προλεταριάτο, εγώ λέω πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ μας».
Αυτό δε σημαίνει, ωστόσο, ότι ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος
(«δικτατορία» του κόμματος) μπορούμε να βάλουμε το σημείο ισότητας, ότι μπορούμε να ταυτίσουμε τους δυο
αυτούς όρους, ότι μπορούμε να υποκαταστήσουμε τον πρώτο με το δεύτερο. Να λ.χ. ο Σόριν λέει: «η δικτατορία του
προλεταριάτου είναι η δικτατορία του κόμματός μας». Αυτή η θέση, όπως βλέπετε, ταυτίζει τη «δικτατορία του
κόμματος» με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Μπορούμε να παραδεχτούμε σαν σωστή αυτή την ταύτιση,
παραμένοντας στο έδαφος του λενινισμού; Οχι, δεν μπορούμε. Και να γιατί.
Πρώτο. Στην περικοπή από το λόγο του Λένιν στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που αναφέραμε πιο
πάνω, ο Λένιν δεν ταυτίζει καθόλου τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Λέει
απλώς ότι «μόνο η συνειδητή μειοψηφία (δηλαδή το κόμμα Ι. Στ.) μπορεί να καθοδηγήσει τις πλατιές εργατικές μάζες
και να τις τραβήξει μαζί της», ότι ακριβώς μ' αυτή την έννοια, «με τη δικτατορία του προλεταριάτου εννοούμε, στην
ουσία*, τη δικτατορία της οργανωμένης και συνειδητής μειοψηφίας του».
Οταν λέμε «στην ουσία» δε σημαίνει ακόμα ότι λέμε «ολοκληρωτικά». Συχνά λέμε ότι το εθνικό ζήτημα είναι, στην
ουσία, ζήτημα της αγροτιάς. Κι αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό. Αυτό όμως δε σημαίνει ακόμα ότι το εθνικό ζήτημα
καλύπτεται από το ζήτημα της αγροτιάς, ότι το ζήτημα της αγροτιάς όσον αφορά το πλάτος του είναι ίσο με το εθνικό,
άτι το ζήτημα της αγροτιάς είναι ταυτόσημο με το εθνικό. Δεν είναι ανάγκη να αποδείξουμε ότι το εθνικό ζήτημα όσον
αφορά το πλάτος του είναι πιο ευρύ και πιο πλούσιο από το ζήτημα της αγροτιάς. Το ίδιο, σε αναλογία, πρέπει να
πούμε και για τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αν το κόμμα ασκεί τη
δικτατορία του προλεταριάτου, και μ' αυτή την έννοια η δικτατορία του προλεταριάτου είναι στην ουσία «δικτατορία»
του κόμματός του, αυτό δε σημαίνει ακόμα ότι η «δικτατορία του κόμματος» (καθοδηγητικός ρόλος) είναι ταυτόσημη
με τη δικτατορία του προλεταριάτου, ότι όσον αφορά το πλάτος της η πρώτη εξισώνεται με τη δεύτερη. Δεν είναι
ανάγκη να αποδείξουμε ότι η δικτατορία του προλεταριάτου όσον αφορά το πλάτος της είναι πιο ευρεία και πιο
πλούσια από τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος. Το κόμμα ασκεί τη δικτατορία του προλεταριάτου, μα ασκεί τη
δικτατορία του προλεταριάτου και όχι καμιά άλλη. Οποιος ταυτίζει τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος με τη
δικτατορία του προλεταριάτου, υποκαθιστά τη δικτατορία του προλεταριάτου με τη «δικτατορία» του κόμματος.
Δεύτερο. Καμιά σοβαρή απόφαση των μαζικών οργανώσεων του προλεταριάτου δεν παίρνεται χωρίς τις
καθοδηγητικές υποδείξεις του κόμματος. Αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό. Μα μήπως αυτό σημαίνει ότι η δικτατορία
του προλεταριάτου εξαντλείται με τις καθοδηγητικές υποδείξεις του κόμματος; Μήπως σημαίνει ότι οι καθοδηγητικές
υποδείξεις του κόμματος μπορούν, γι' αυτό το λόγο, να ταυτιστούν με τη δικτατορία του προλεταριάτου; Φυσικά δε
σημαίνει. Η δικτατορία του προλεταριάτου αποτελείται από τις καθοδηγητικές υποδείξεις του κόμματος συν την
πραγματοποίηση αυτών των υποδείξεων από τις μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου, συν τη μετατροπή τους σε
πράξη από τον πληθυσμό. Εδώ, όπως βλέπετε, έχουμε να κάνουμε με μία ολόκληρη σειρά περάσματα και ενδιάμεσες
βαθμίδες που δεν αποτελούν καθόλου μικρής σημασίας στοιχείο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Συνεπώς,
ανάμεσα στις καθοδηγητικές υποδείξεις του κόμματος και τη μετατροπή τους σε πράξη βρίσκεται η θέληση και η
δράση των καθοδηγούμενων, η θέληση και η δράση της τάξης, η απόφασή της (ή η έλλειψη θέλησης από μέρους της)
να υποστηρίξει αυτές τις υποδείξεις, η ικανότητα (ή η ανικανότητα) της να εφαρμόσει αυτές τις αποδείξεις, η
ικανότητα (ή η ανικανότητα) της να τις εφαρμόσει όπως ακριβώς το απαιτεί η κατάσταση. Δε χρειάζεται καν να
αποδείξουμε ότι το κόμμα που έχει αναλάβει την καθοδήγηση δεν μπορεί να μην παίρνει υπόψη του τη θέληση, την
κατάσταση, το επίπεδο συνείδησης των καθοδηγούμενων, δεν μπορεί να μη λογαριάζει τη θέληση, την κατάσταση και
το επίπεδο συνείδησης της τάξης του. Γι' αυτό οποίος ταυτίζει τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος με τη δικτατορία
του προλεταριάτου υποκαθιστά τη θέληση και τη δράση της τάξης με τις οδηγίες του κόμματος.
Τρίτο. «Η δικτατορία του προλεταριάτου -λέει ο Λένιν- είναι η ταξική πάλη του προλεταριάτου που νίκησε και πήρε
την πολιτική εξουσία στα χέρια του». Σε τι μπορεί να εκφραστεί αυτή η ταξική πάλη; Μπορεί να εκφραστεί σε μια
σειρά από ένοπλες ενέργειες του προλεταριάτου ενάντια στις πραξικοπηματικές ενέργειες της γκρεμισμένης αστικής
τάξης ή ενάντια στην επέμβαση της ξένης αστικής τάξης. Μπορεί να εκφραστεί στον εμφύλιο πόλεμο, αν η εξουσία του
προλεταριάτου δεν έχει ακόμα στερεωθεί. Μπορεί να εκφραστεί σε μια πλατιά οργανωτική και ανοικοδομητική
εργασία του προλεταριάτου, με το τράβηγμα των πλατιών μαζών σ' αυτή την εργασία, ύστερα από τη στερέωση της
εξουσίας. Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις δρων πρόσωπο είναι το προλεταριάτο σαν τάξη. Δεν υπήρξε περίπτωση που το
κόμμα, μονάχο του το κόμμα, να έχει οργανώσει όλες αυτές τις ενέργειες αποκλειστικά με τις δικές του τις δυνάμεις,
χωρίς την υποστήριξη της τάξης. Συνήθως το κόμμα καθοδηγεί απλώς αυτές τις ενέργειες και τις καθοδηγεί στο βαθμό
που έχει την υποστήριξη της τάξης. Γιατί το κόμμα δεν μπορεί να καλύψει την τάξη, δε μπορεί να την υποκαταστήσει.
Γιατί το κόμμα, παρ' όλο το σοβαρό, καθοδηγητικό του ρόλο, παραμένει ωστόσο ένα κομμάτι της τάξης. Γι' αυτό
όποιος ταυτίζει τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος με τη δικτατορία του προλεταριάτου υποκαθιστά την τάξη με το
κόμμα.
Τέταρτο. Το κόμμα ασκεί τη δικτατορία του προλεταριάτου. «Το Κόμμα είναι η πρωτοπορία του προλεταριάτου που
κυβερνά άμεσα, είναι ο καθοδηγητής» (Λένιν). Μ' αυτή την έννοια το κόμμα παίρνει την εξουσία, το κόμμα κυβερνά τη
χώρα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το κόμμα ασκεί τη δικτατορία του προλεταριάτου έξω από την κρατική εξουσία,
χωρίς την κρατική εξουσία, ότι το κόμμα κυβερνά τη χώρα έξω από τα Σοβιέτ, όχι μέσω των Σοβιέτ. Αυτό δε σημαίνει
ακόμα ότι το κόμμα μπορεί να ταυτιστεί με τα Σοβιέτ, με την κρατική εξουσία. Το κόμμα είναι ο πυρήνας της εξουσίας.
Ομως δεν ταυτίζεται και δεν μπορεί να ταυτιστεί με την κρατική εξουσία.
«Σαν ιθύνον κόμμα -λέει ο Λένιν- δεν μπορούσαμε να μη συγχωνεύσουμε τις «κορυφές» των Σοβιέτ με τις «κορυφές»
του κόμματος. Στη χώρα μας οι κορυφές αυτές είναι και θα παραμείνουν συγχωνευμένες». Αυτό είναι πέρα για πέρα
σωστό. Ομως ο Λένιν δε θέλει καθόλου να πει μ' αυτό ότι οι σοβιετικές μας υπηρεσίες και τα ιδρύματά μας στο σύνολό
τους, λ.χ. ο στρατός μας, οι μεταφορές μας, τα οικονομικά ιδρύματά μας κλπ., είναι ιδρύματα του κόμματός μας, ότι το
κόμμα μας μπορεί να αντικαταστήσει τα Σοβιέτ και τις διακλαδώσεις τους, ότι το κόμμα μπορεί να ταυτιστεί με την
κρατική εξουσία. Ο Λένιν έλεγε επανειλημμένα ότι «το σύστημα των Σοβιέτ είναι η δικτατορία του προλεταριάτου»,
ότι «η σοβιετική εξουσία είναι η δικτατορία του προλεταριάτου», μα δεν είπε ποτέ ότι το κόμμα είναι η κρατική
εξουσία, ότι τα Σοβιέτ και το κόμμα είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Το κόμμα, έχοντας εκατοντάδες χιλιάδες μέλη,
καθοδηγεί τα Σοβιέτ και τις διακλαδώσεις τους στο κέντρο και τοπικά, που αγκαλιάζουν δεκάδες εκατομμύρια
ανθρώπους, κομματικούς και εσωκομματικούς, μα δεν μπορεί και δεν πρέπει να τα αντικαθιστά. Να γιατί ο Λένιν λέει
ότι «τη δικτατορία την πραγματοποιεί το οργανωμένο στα Σοβιέτ προλεταριάτο, που καθοδηγείται το Κομμουνιστικό
Κόμμα των Μπολσεβίκων», ότι: «όλη η δουλιά του Κόμματος γίνεται μέσω* των Σοβιέτ, που συνενώνουν τις
εργαζόμενες μάζες χωρίς διάκριση επαγγέλματος», ότι η δικτατορία «είσαι υποχρεωμένος να τις πραγματοποιείς...
μέσω* του κρατικού μηχανισμού». Γι' αυτό οποίος ταυτίζει τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος με τη δικτατορία του
προλεταριάτου, υποκαθιστά τα Σοβιέτ, δηλαδή την κρατική εξουσία, με το κόμμα.
Πέμπτο. Η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι έννοια κρατική. Η δικτατορία του προλεταριάτου περιέχει
κατ' ανάγκη την έννοια της βίας. Χωρίς βία δεν υπάρχει δικτατορία, αν τη δικτατορία την εννοούμε με την ακριβή
σημασία αυτής της λέξης. Ο Λένιν καθορίζει τη δικτατορία του προλεταριάτου «εξουσία που στηρίζεται άμεσα στη
βία». Το να μιλάμε συνεπώς για δικτατορία του κόμματος απέναντι στην τάξη των προλεταρίων και να την ταυτίζουμε
με τη δικτατορία του προλεταριάτου, είναι το ίδιο σα να λέμε ότι το κόμμα πρέπει να ’ναι απέναντι στην τάξη του όχι
μόνο καθοδηγητής, όχι μόνο αρχηγός και δάσκαλος, μα και ένα είδος δικτάτορας που χρησιμοποιεί απέναντί της βία,
πράγμα, φυσικά, ριζικά εσφαλμένο. Γι’ αυτό όποιος ταυτίζει τη «δικτατορία του κόμματος» με τη δικτατορία του
προλεταριάτου ξεκινά σιωπηρά από την άποψη ότι το κύρος του κόμματος μπορεί να στηριχθεί στη βία απέναντι στην
εργατική τάξη, πράγμα παράλογο και ολότελα ασυμβίβαστο με το λενινισμό. Το κύρος του κόμματος έχει για έρεισμά
του την εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης. Η εμπιστοσύνη όμως της εργατικής τάξης δεν καταχτιέται με τη βία -με τη
βία μονάχα θανατώνεται- αλλά με τη σωστή θεωρία του κόμματος, με τη σωστή πολιτική του κόμματος, με την
αφοσίωση του κόμματος στην εργατική τάξη, με τη σύνδεσή του με τις μάζες της εργατικής τάξης, με την απόφαση και
την ικανότητά του να πείθει τις μάζες για την ορθότητα των συνθημάτων του.
Τι βγαίνει λοιπόν απ' όλα αυτά; Απ' αυτά βγαίνει ότι:
1) Ο Λένιν χρησιμοποιεί τη λέξη δικτατορία του κόμματος όχι με την κυριολεκτική σημασία της λέξης («εξουσία, που
στηρίζεται στη βία»), μα με τη μεταφορική έννοια, με την έννοια της αδιαίρετης καθοδήγησης.
2) Οποιος ταυτίζει την καθοδήγηση του κόμματος με τη δικτατορία του προλεταριάτου, διαστρεβλώνει το Λένιν, γιατί
αποδίδει λαθεμένα στο κόμμα λειτουργίες άσκησης βίας απέναντι στην εργατική τάξη στο σύνολό της.
3) Οποιος αποδίδει στο κόμμα λειτουργίες άσκησης βίας απέναντι στην εργατική τάξη στο σύνολο της, λειτουργίες που
δεν του είναι ίδιες, παραβιάζει τις στοιχειώδεις απαιτήσεις που διέπουν τις σωστές αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στην
πρωτοπορία και την τάξη, ανάμεσα στο κόμμα και το προλεταριάτο.
Ετσι φτάσαμε άμεσα στο ζήτημα των αμοιβαίων σχέσεων κόμματος και τάξης, κομματικών και εξωκομματικών μέσα
στην εργατική τάξη.
Ο Λένιν καθορίζει τις αμοιβαίες αυτές σχέσεις σαν «απόλυτη εμπιστοσύνη* ανάμεσα στην πρωτοπορία της εργατικής
τάξης και την εργατική μάζα».
Τι σημαίνει αυτό;
Αυτό σημαίνει, πρώτο, ότι το κόμμα οφείλει να αφουγκράζεται με μεγάλη προσοχή τη φωνή των μαζών, ότι οφείλει να
παρακολουθεί προσεχτικά το επαναστατικό ένστικτο των μαζών, ότι οφείλει να μελετά την πραχτική πείρα της πάλης
των μαζών, ελέγχοντας μ' αυτήν την ορθότητα της πολιτικής του, ότι οφείλει συνεπώς, όχι μονάχα να διδάσκει, μα και
να διδάσκεται απ' τις μάζες.
Αυτό σημαίνει, δεύτερο, ότι το κόμμα οφείλει μέρα με την ημέρα να κατακτά την εμπιστοσύνη των προλεταριακών
μαζών, ότι οφείλει με την πολιτική και τη δουλιά του να εξασφαλίζει την υποστήριξη των μαζών, ότι οφείλει όχι να
διατάζει, μα πρώτα απ' όλα να πείθει βοηθώντας τις μάζες να διαγνώσουν με την ίδια τους την πείρα την ορθότητα της
πολιτικής του κόμματος, ότι οφείλει συνεπώς να ’ναι ο καθοδηγητής, ο ηγέτης, ο δάσκαλος της τάξης του.
Η παράβαση αυτών των όρων σημαίνει παραβίαση των σωστών αμοιβαίων σχέσεων πρωτοπορίας και τάξης,
υπόσκαψη της «απόλυτης εμπιστοσύνης», ξεχαρβάλωμα και της ταξικής και της κομματικής πειθαρχίας.
«Ασφαλώς -λέει ο Λένιν- τώρα πια το βλέπουν σχεδόν όλοι ότι οι μπολσεβίκοι δε θα μπορούσαν να κρατηθούν στην
εξουσία, όχι 2½, χρόνια, μα ούτε 2 ½ μήνες, χωρίς την πιο αυστηρότατη, πραγματικά σιδερένια πειθαρχία μέσα στο
Κόμμα μας, χωρίς την πιο πλήρη και απεριόριστη υποστήριξή τους απ' όλη τη μάζα της εργατικής τάξης*, δηλ. απ’ ό,τι
υπάρχει μέσα σ’ αυτή σκεπτόμενο, τίμιο, αφοσιωμένο, με κύρος, ικανό να οδηγεί μαζί του ή να προσελκύει τα
καθυστερημένα στρώματα».
«Η δικτατορία του προλεταριάτου -λέει παρακάτω ο Λένιν- είναι ένας επίμονος αγώνας, αιματηρός και αναίμακτος,
βίαιος και ειρηνικός, πολεμικός και οικονομικός, διαπαιδαγωγικός και διοικητικός, ενάντια στις δυνάμεις και τις
παραδόσεις της παλιάς κοινωνίας. Η δύναμη της συνήθειας εκατομμυρίων και δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων
είναι η πιο φοβερή δύναμη. Χωρίς Κόμμα σιδερένιο και ατσαλωμένο στην πάλη, χωρίς Κόμμα που να απολαβαίνει την
εμπιστοσύνη κάθε τίμιου στοιχείου της τάξης* του, χωρίς Κόμμα που να ξέρει να παρακολουθεί τις διαθέσεις των
μαζών και να τις επηρεάζει είναι αδύνατο να διεξαχθεί μια τέτια πάλη με επιτυχία».
Πώς όμως αποχτά το κόμμα αυτή την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη της τάξης; Πώς διαμορφώνεται η απαραίτητη
για τη δικτατορία του προλεταριάτου σιδερένια πειθαρχία στην εργατική τάξη, πάνω σε ποιο έδαφος αναπτύσσεται;
Να τι λέει σχετικά ο Λένιν :
«Πώς κρατιέται η πειθαρχία του επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου; Πως ελέγχεται; Πως δυναμώνει; Πρώτο,
με τη συνειδητότητα της προλεταριακής πρωτοπορίας και με την αφοσίωσή της στην επανάσταση, την αντοχή της, την
αυτοθυσία της, τον ηρωισμό της. Δεύτερο, με την ικανότητά της να συνδέεται, να πλησιάζει, και ως ένα βαθμό, αν
θέλετε, να συγχωνεύεται με την πιο πλατιά μάζα των εργαζομένων,* πρώτα-πρώτα με την προλεταριακή, μα ακόμη και
με τη μη προλεταριακή εργαζόμενη μάζα. Τρίτο, με την ορθότητα της πολιτικής καθοδήγησης που την πραγματοποιεί
αυτή η πρωτοπορία, με την ορθότητα της πολιτικής στρατηγικής και τακτικής της, με τον όρο ότι οι πιο πλατιές μάζες
θα πείθονται από την ίδια τους την πείρα για αυτήν την ορθότητα. Χωρίς αυτούς τους όρους είναι απραγματοποίητη η
πειθαρχία μέσα σ’ ένα επαναστατικό κόμμα, πραγματικά ικανό να είναι το κόμμα της πρωτοπόρας τάξης, που έχει για
καθήκον ν' ανατρέψει την κεφαλαιοκρατία και να μετασχηματίσει όλη την κοινωνία. Χωρίς αυτούς τους όρους κάθε
απόπειρα να δημιουργηθεί πειθαρχία μετατρέπεται αναπόφευκτα σε σαπουνόφουσκα, σε λογοκοπία, σε πιθηκισμούς.
Από το άλλο μέρος, οι όροι αυτοί δεν μπορούν να παρουσιαστούν αμέσως. Τους διαμορφώνει μόνο μια μακρόχρονη
δουλιά, με δύσκολη πείρα: η επεξεργασία τους διευκολύνεται με τη σωστή επαναστατική θεωρία, που με τη σειρά της
δεν είναι δόγμα, αλλά διαμορφώνεται τελικά μόνο σε στενή σύνδεση με την πρακτική δράση ενός πραγματικά μαζικού
και πραγματικά επαναστατικού κινήματος».
Και παρακάτω :
«Για την επιτυχία της νίκης ενάντια στον καπιταλισμό χρειάζεται να υπάρχουν σωστές σχέσεις ανάμεσα στο
καθοδηγητικό Κομμουνιστικό κόμμα, στην επαναστατική τάξη, στο προλεταριάτο - και στη μάζα, δηλαδή το σύνολο
των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων. Μόνο το Κομμουνιστικό κόμμα, αν αποτελεί πραγματικά την πρωτοπορία
της επαναστατικής τάξης, αν κλείνει στους κόλπους του όλους τους καλύτερους εκπροσώπους της, αν αποτελείται από
απόλυτα συνειδητούς και αφοσιωμένους κομμουνιστές, που τους μόρφωσε και τους ατσάλωσε η πείρα της
πεισματώδους επαναστατικής πάλης, αν το Κόμμα αυτό έχει καταφέρει να συνδεθεί αδιάρρηκτα με όλη τη ζωή της
τάξης του και μέσω αυτής με όλη τη μάζα των εκμεταλλευομένων και έχει καταφέρει να εμπνεύσει σ' αυτή την τάξη
και σ’ αυτή τη μάζα απόλυτη εμπιστοσύνη* - μόνο ένα τέτιο Κόμμα είναι σε θέση να καθοδηγήσει το προλεταριάτο
στην πιο αμείλικτη, στην πιο αποφασιστική, στην τελευταία πάλη ενάντια σε όλες τις δυνάμεις του καπιταλισμού. Από
το άλλο μέρος, το προλεταριάτο μόνο κάτω από την καθοδήγηση ενός τέτιου Κόμματος, είναι σε θέση να αναπτύξει
όλη τη δύναμη της επαναστατικής του επίθεσης, να εκμηδενίσει την αναπόφευκτη απάθεια και εν μέρει την αντίσταση
μιας μικρής μειοψηφίας, διεφθαρμένης από τον καπιταλισμό μειοψηφίας, της εργατικής αριστοκρατίας, των παλιών
τρεϊντ-γιουνιστών και συνεταιριστών αρχηγών κτλ. - είναι σε θέση να αναπτύξει όλη του τη δύναμη, που, χάρη στην
ίδια την οικονομική συγκρότησης της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αριθμητική του
αναλογία μέσα στον πληθυσμό».
Απ' αυτές τις περικοπές βγαίνει το συμπέρασμα ότι:
1. Το κύρος του κόμματος και η σιδερένια πειθαρχία μέσα στην εργατική τάξη, που είναι απαραίτητα για τη δικτατορία
του προλεταριάτου, δε στηρίζονται στο φόβο ή στα «απεριόριστα» δικαιώματα του κόμματος, αλλά στην εμπιστοσύνη
της εργατικής τάξης απέναντι στο κόμμα, στην υποστήριξη του κόμματος από μέρους της εργατικής τάξης.
2. Η εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης απέναντι στο κόμμα δεν αποχτιέται με μιας, ούτε με τη χρησιμοποίηση βίας
απέναντι στην εργατική τάξη, αλλά με μακρόχρονη δουλιά του κόμματος μέσα στις μάζες, με τη σωστή πολιτική του
κόμματος, με την ικανότητα του κόμματος να πείθει τις μάζες με την ίδια τους την πείρα για την ορθότητα της
πολιτικής του, με την ικανότητα του κόμματος να εξασφαλίσει την υποστήριξη της εργατικής τάξης, να οδηγεί τις μάζες
της εργατικής τάξης.
3. Χωρίς τη σωστή πολιτική του κόμματος, που να στηρίζεται στην πείρα της πάλης των μαζών και χωρίς την
εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική καθοδήγηση του κόμματος.
4. Το κόμμα και η καθοδήγησή του, αν χαίρουν την εμπιστοσύνη της τάξης, και αν αυτή η καθοδήγηση είναι
πραγματική καθοδήγηση, δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν στη δικτατορία του προλεταριάτου, γιατί χωρίς την
καθοδήγηση του κόμματος («δικτατορία» του κόμματος), που χαίρει την εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης, είναι
αδύνατη μια κάπως στερεή δικτατορία του προλεταριάτου.
Χωρίς αυτούς τους όρους, το κύρος του κόμματος και η σιδερένια πειθαρχία μέσα στην εργατική τάξη είναι ή κούφια
φράση ή αλαζονεία και τυχοδιωκτισμός.
Δεν μπορούμε να αντιπαραθέτουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου στην καθοδήγηση («δικτατορία») του κόμματος.
Δεν μπορούμε, γιατί η καθοδήγηση του κόμματος είναι το κύριο στη δικτατορία του προλεταριάτου, αν εννοούμε μια
κάπως στερεή και πλήρη δικτατορία, και όχι μια τέτια όπως ήταν λόγου χάρη η Κομμούνα του Παρισιού, που δεν
αποτελούσε ούτε πλήρη, ούτε στερεή δικτατορία. Δεν μπορούμε, γιατί η δικτατορία του προλεταριάτου και η
καθοδήγηση του κόμματος στέκονται, για να εκφραστούμε έτσι, στη δουλιά τους πάνω στην ίδια γραμμή, δρουν προς
την ίδια κατεύθυνση.
«Και μόνο ο τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος -λέει ο Λένιν- «δικτατορία του κόμματος η δικτατορία της τάξης;
δικτατορία (κόμμα) των ηγετών ή δικτατορία (κόμμα) των μαζών;» - δείχνει την πιο απίστευτη και αθεράπευτη
σύγχυση της σκέψης... Ολοι ξέρουν ότι οι μάζες χωρίζονται σε τάξεις ... ότι τις τάξεις τις καθοδηγούν συνήθως και στις
περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστο στις σύγχρονες πολιτισμένες χώρες, πολιτικά κόμματα, ότι τα πολιτικά
κόμματα, κατά γενικό κανόνα, τα διευθύνουν λίγο-πολύ σταθερές ομάδες προσώπων, που έχουν το μεγαλύτερο
κύρος, τη μεγαλύτερη επιρροή και πείρα, εκλέγονται στις πιο υπεύθυνες θέσεις και ονομάζονται αρχηγοί... Να
φτάνουν ... να αντιπαραθέτουν γενικά τη δικτατορία των μαζών στη δικτατορία των αρχηγών είναι ανοησία και
βλακεία που προκαλεί τα γέλια».
Αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό. Αυτή όμως η σωστή θέση ξεκινάει απ' την προϋπόθεση, ότι υπάρχουν σωστές
αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στην πρωτοπορία και τις εργατικές μάζες, ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη. Ξεκινάει απ'
την προϋπόθεση ότι οι αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στην πρωτοπορία και την τάξη παραμένουν, να πούμε, κανονικές,
παραμένουν μέσα στα πλαίσια της «αλληλοεμπιστοσύνης».
Τι θα γίνει όμως αν παραβιαστούν οι αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στην πρωτοπορία και την τάξη, οι σχέσεις
«αλληλοεμπιστοσύνης» ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη;
Τι θα γίνει αν το κόμμα το ίδιο αρχίσει έτσι είτε αλλιώς ν' αντιπαραθέτει τον εαυτό του στην τάξη, παραβιάζοντας τις
αρχές των αμοιβαίων σχέσεων με την τάξη, παραβιάζοντας τις αρχές της «αλληλοεμπιστοσύνης» ;
Είναι δυνατές γενικά τέτιες περιπτώσεις; Ναι, είναι δυνατές. Είναι δυνατές:
1) Οταν το κόμμα αρχίζει να στηρίζει το κύρος του μέσα στις μάζες όχι στη δουλιά του και στην εμπιστοσύνη των
μαζών, αλλά στα «απεριόριστα» δικαιώματα του·
2) όταν η πολιτική του κόμματος είναι ολοφάνερα λαθεμένη και το κόμμα δε θέλει να αναθεωρήσει και να διορθώσει
το λάθος του·
3) όταν η πολιτική του κόμματος είναι γενικά σωστή, μα οι μάζες δεν είναι ακόμα έτοιμες να την αφομοιώσουν και το
κόμμα δε θέλει ή δεν ξέρει να περιμένει ώστε να δώσει στις μάζες τη δυνατότητα να πεισθούν με τη δική τους πείρα
για την ορθότητα της πολιτικής του κόμματος και προσπαθεί να την επιβάλει στις μάζες.
Η ιστορία του κόμματός μας μας προσφέρει ολόκληρη σειρά τέτιες περιπτώσεις. Οι διάφορες ομάδες και φράξιες μέσα
στο κόμμα μας κατάρρευσαν και διαλύθηκαν, γιατί παραβίαζαν έναν απ' τους τρεις αυτούς όρους και κάποτε και τους
τρεις μαζί.
Απ' αυτό όμως βγαίνει ότι η αντιπαράθεση της δικτατορίας του προλεταριάτου στη «δικτατορία» (καθοδήγηση) του
κόμματος τότε μόνο δεν μπορεί να θεωρείται σωστή:
1) όταν με την έννοια δικτατορία του κόμματος απέναντι στην εργατική τάξη εννοούμε όχι τη δικτατορία με την
κυριολεκτική σημασία αυτής της λέξης («εξουσία, που στηρίζεται στη βία»), αλλά την καθοδήγηση του κόμματος, που
αποκλείει τη βία ενάντια στην εργατική τάξη σαν σύνολο, ενάντια στην πλειοψηφία της, όπως ακριβώς το εννοεί ο
Λένιν·
2) όταν το κόμμα έχει τα δεδομένα για να ’ναι ο πραγματικός καθοδηγητής της τάξης, δηλαδή όταν η πολιτική του
κόμματος είναι σωστή, όταν αυτή η πολιτική ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της τάξης·
3) όταν η τάξη, όταν η πλειοψηφία της τάξης αποδέχεται αυτή την πολιτική, την αφομοιώνει, πείθεται, χάρη στη
δουλιά του κόμματος, για την ορθότητα αυτής της πολιτικής, έχει εμπιστοσύνη στο κόμμα και το υποστηρίζει.
Η παράβαση αυτών των όρων προκαλεί αναπόφευκτα σύγκρουση ανάμεσα στο κόμμα και την τάξη, διάσπαση
ανάμεσα τους, αντιπαράθεση τους.
Μπορούμε να επιβάλουμε στην τάξη την καθοδήγηση του κόμματος με τη βία; Οχι, δεν μπορούμε. Εν πάση
περιπτώσει μια τέτια καθοδήγηση δεν μπορεί να ’ναι κάπως μακρόχρονη. Το κόμμα, αν θέλει να παραμείνει κόμμα
του προλεταριάτου, πρέπει να ξέρει, ότι είναι πρώτα απ’ όλα και κυρίως ο καθοδηγητής, ο ηγέτης ο δάσκαλος της
εργατικής τάξης. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα λόγια του Λένιν σχετικά μ' αυτό το ζήτημα όπως διατυπώθηκαν στη
μπροσούρα του «Κράτος και επανάσταση»:
«Ο μαρξισμός, διαπαιδαγωγώντας το εργατικό κόμμα, διαπαιδαγωγεί την πρωτοπορία του προλεταριάτου, ικανή να
πάρει την εξουσία και να οδηγήσει όλο το λαό στο σοσιαλισμό, να κατευθύνει και να οργανώσει το νέο καθεστώς, να
είναι ο δάσκαλος, ο καθοδηγητής* και ο αρχηγός όλων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων στην οργάνωση της
κοινωνικής τους ζωής, χωρίς την αστική τάξη και ενάντια στην αστική τάξη».
Μπορούμε άραγε να θεωρούμε το κόμμα πραγματικό καθοδηγητή της τάξης, όταν η πολιτική του δεν είναι σωστή,
όταν η πολιτική του έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της τάξης; Δεν μπορούμε, βέβαια. Σ' αυτή την
περίπτωση, αν το κόμμα θέλει να παραμείνει καθοδηγητής, πρέπει να αναθεωρήσει την πολιτική του, πρέπει να
διορθώσει την πολιτική του, πρέπει να αναγνωρίσει το λάθος του και να το διορθώσει. Για την επιβεβαίωση αυτής της
θέσης θα μπορούσαμε ν' αναφερθούμε και σ’ ένα τέτιο γεγονός από την ιστορία του κόμματός μας, όπως η περίοδος
της κατάργησης της υποχρεωτικής παράδοσης των πλεονασμάτων, όταν οι εργατικές και οι αγροτικές μάζες είχαν
έκδηλα δυσαρεστηθεί από την πολιτική μας και όταν το κόμμα μας αναθεώρησε τίμια και ανοιχτά αυτή την πολιτική.
Να τι είπε τότε, στο 10ο Συνέδριο, ο Λένιν, για την κατάργηση της υποχρεωτικής παράδοσης των πλεονασμάτων και
για την εφαρμογή της νέας οικονομικής πολιτικής:
«Πάντως δεν πρέπει να προσπαθούμε να κρύβουμε κάτι, αλλά πρέπει να λέμε καθαρά ότι η αγροτιά δεν είναι
ευχαριστημένη από τη μορφή των σχέσεων που επικράτησε ανάμεσά μας, ότι δεν θέλει τη μορφή αυτή σχέσεων και
ότι στο μέλλον έτσι δεν θα συνεχιστεί. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Αυτή η θέλησή της εκφράστηκε συγκεκριμένα. Είναι
η θέληση τεράστιων μαζών του εργαζόμενου πληθυσμού. Εμείς πρέπει να το έχουμε αυτό υπόψη μας και είμαστε
αρκετά νηφάλιοι πολιτικοί για να πούμε ανοικτά: ελάτε να αναθεωρήσουμε την πολιτική μας απέναντι στην αγροτιά»*.
Μπορούμε να υποστηρίζουμε, ότι το κόμμα πρέπει να αναλάβει την πρωτοβουλία και την καθοδήγηση της οργάνωσης
αποφασιστικών ενεργειών των μαζών μόνο για το λόγο ότι η πολιτική του είναι γενικά σωστή, αν η πολιτική αυτή δεν
έχει ακόμα την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη της τάξης, εξαιτίας λ.χ. της πολιτικής καθυστέρησής της, αν το κόμμα
δεν έχει κατορθώσει ακόμα να πείσει την τάξη για την ορθότητα της πολιτικές του, γιατί δεν έχουν ωριμάσει λ.χ.
ακόμα τα γεγονότα; Οχι, δεν μπορούμε. Σε μια τέτια περίπτωση, αν το κόμμα θέλει να ’ναι ο πραγματικός
καθοδηγητής, πρέπει να ξέρει να περιμένει, πρέπει να πείθει τις μάζες για την ορθότητα της πολιτικής του, πρέπει να
βοηθάει τις μάζες να πειστούν με την ίδια τους την πείρα για την ορθότητα· αυτής της πολιτικής.
«Αν το επαναστατικό κόμμα -λέει ο Λένιν- δεν έχει την πλειοψηφία μέσα στα πρωτοπόρα τμήματα των επαναστατικών
τάξεων και στη χώρα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξέγερση».
«Χωρίς μια αλλαγή στις αντιλήψεις της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης η επανάσταση είναι ανέφικτη και η αλλαγή
αυτή δημιουργείται από την πολιτική πείρα την μαζών».
«Η προλεταριακή πρωτοπορία έχει κατακτηθεί ιδεολογικά. Αυτό είναι το κυριότερο. Χωρίς αυτό δεν μπορούμε να
κάνουμε ούτε το πρώτο βήμα προς τη νίκη. Απ' αυτό όμως ως τη νίκη υπάρχει ακόμη αρκετή απόσταση. Με μόνη την
πρωτοπορία δεν μπορούμε να νικήσουμε. Θα ήταν όχι απλώς ανοησία, αλλά και έγκλημα να ρίξουμε μόνη την
πρωτοπορία στην αποφασιστική μάχη, προτού όλη η τάξη, προτού οι πλατιές μάζες να έχουν πάρει θέση ή ανοικτής
υποστήριξης της πρωτοπορίας, ή τουλάχιστον ευμενούς ουδετερότητας απέναντί της και να έχουν δείξει ότι είναι
εντελώς ανίκανες να υποστηρίξουν τον αντίπαλο της. Και για να φτάσει πραγματικά όλη η τάξη, για να φτάσουν
πραγματικά οι πλατιές μάζες των εργαζομένων και καταπιεζομένων από το κεφάλαιο στο σημείο να πάρουν μια τέτια
θέση, δεν αρκεί μόνο η προπαγάνδα, μόνο η ζύμωση. Γι' αυτό χρειάζεται η πολιτική πείρα των ίδιων των μαζών».
Είναι γνωστό ότι το κόμμα μας ενήργησε ακριβώς μ' αυτό τον τρόπο στην περίοδο που μεσολάβησε από τις θέσεις του
Απρίλη του Λένιν ως την εξέγερση του Οκτώβρη του 1917. Και επειδή ακριβώς έδρασε σύμφωνα μ' αυτές τις
υποδείξεις του Λένιν, κέρδισε την εξέγερση.
Αυτοί είναι βασικά οι όροι των σωστών αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στην πρωτοπορία και την τάξη.
Τι σημαίνει να καθοδηγείς, όταν η πολιτική του κόμματος είναι σωστή και δεν
παραβιάζονται οι σωστές σχέσεις ανάμεσα στην πρωτοπορία και την τάξη;
Να καθοδηγείς κάτω από τέτιους όρους σημαίνει ότι ξέρεις να πείθεις τις μάζες για την ορθότητα της πολιτικής του
κόμματος, σημαίνει ότι διατυπώνεις και εφαρμόζεις τέτια συνθήματα, που φέρνουν τις μάζες κοντά στις θέσεις του
κόμματος και τις διευκολύνουν να διαγνώσουν με τη δική τους πείρα την ορθότητα της πολιτικές του κόμματος,
σημαίνει ότι ανεβάζεις τις μάζες ως το επίπεδο συνείδησης του κόμματος και εξασφαλίζεις έτσι την υποστήριξη των
μαζών, την απόφασή τους για αποφασιστικό αγώνα.
Γι' αυτό η μέθοδος της πειθούς είναι η βασική μέθοδος καθοδήγησης της εργατικής τάξης από το κόμμα.
«Ακόμη και τώρα στη Ρωσία -λέει ο Λένιν- αν ύστερα από 2½ χρόνια πρωτοφανέρωτες νίκες ενάντια στην αστική τάξη
της Ρωσίας και της Αντάντ, βάζαμε σαν όρο εγγραφής στα συνδικάτα την «αναγνώριση της δικτατορίας», θα κάναμε
ανοησία, θα καταστρέφαμε την επιρροή μας στις μάζες, θα βοηθούσαμε τους μενσεβίκους. Γιατί όλο το καθήκον των
κομμουνιστών είναι ακριβώς να ξέρουν να πείθουν τους καθυστερημένους, να ξέρουν να δουλεύουν ανάμεσά τους,
και όχι να απομονώνονται απ' αυτούς με επινοημένα, παιδιακίστικα - «αριστερά» συνθήματα».
Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι το κόμμα πρέπει να πείσει όλους τους εργάτες ως τον τελευταίο, και ότι μόνο ύστερα απ'
αυτό μπορεί να αρχίσει τη δράση, ότι μονάχα ύστερα απ' αυτό μπορεί να περάσει στη δράση. Καθόλου! Αυτό σημαίνει
μονάχα ότι πριν αναλάβει μια αποφασιστική πολιτική δράση, πρέπει να εξασφαλίσει, με μια μακρόχρονη
επαναστατική δουλιά, την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργατικών μαζών, ή τουλάχιστον την ευμενή
ουδετερότητα της πλειοψηφίας της τάξης. Σ' αντίθετη περίπτωση η λενινιστική θέση, ότι η κατάχτηση της πλειοψηφίας
της εργατικής τάξης με το μέρος του κόμματος αποτελεί απαραίτητο όρο για τη νικηφόρα επανάσταση, θα είχε χάσει
κάθε νόημα.
Τι θα γίνει όμως με τη μειοψηφία αν δε θέλει, αν δεν είναι σύμφωνη να υποταχθεί εθελοντικά στη θέληση της
πλειοψηφίας; Το κόμμα, έχοντας με το μέρος του την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας, μπορεί άραγε, πρέπει άραγε να
αναγκάσει τη μειοψηφία να υποταχθεί στη θέληση της πλειοψηφίας; Ναι, μπορεί και πρέπει. Η καθοδήγηση
εξασφαλίζεται με τη μέθοδο της πειθούς των μαζών, σαν βασική μέθοδο επίδρασης του κόμματος πάνω στις μάζες.
Αυτό όμως δεν αποκλείει, μα προϋποθέτει τον εξαναγκασμό, αν αυτός ο εξαναγκασμός στηρίζεται στην εμπιστοσύνη
και την υποστήριξη του κόμματος από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, αν εφαρμόζεται στη μειοψηφία, αφού
πρώτα κατορθωθεί να πεισθεί η πλειοψηφία.
Θα ήταν καλά να θυμηθούμε τις διαφωνίες που υπήρχαν στο κόμμα μας πάνω στο ζήτημα αυτό στην περίοδο της
συζήτησης για τα συνδικάτα. Ποιο ήταν τότε το λάθος της αντιπολίτευσης, το λάθος της Τσεκτράν; Μήπως το ότι η
αντιπολίτευση θεωρούσε τότε δυνατό τον εξαναγκασμό; Οχι, δεν ήταν αυτό. Το λάθος της αντιπολίτευσης ήταν τότε
ότι, ενώ δεν μπορούσε να πείσει την πλειοψηφία για την ορθότητα των θέσεων της, μια που είχε χάσει την
εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας, άρχισε ωστόσο να εφαρμόζει τον εξαναγκασμό, άρχισε να επιμένει στο «ξετίναγμα»
των ανθρώπων που είχαν περιβληθεί με την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας.
Να τι έλεγε τότε ο Λένιν στο 10ο Συνέδριο του κόμματος, στο λόγο του για τα επαγγελματικά συνδικάτα:
«Για να αποκατασταθούν η αλληλοκατανόηση, η αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στην πρωτοπορία της εργατικής
τάξης και στην εργατική μάζα, θα έπρεπε, αν η Τσεκτράν έκανε λάθος, ... θα έπρεπε να το διορθώσουν. Οταν όμως
αρχίζουν να υπερασπίζουν το λάθος, τότε αυτό γίνεται πηγή πολιτικού κινδύνου. Αν από τις διαθέσεις που εκφράζει
εδώ ο Κουτούζοφ, δεν κάνουμε το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε από την άποψη της δημοκρατίας θα
καταλήξουμε στην πολιτική χρεοκοπία. Πριν απόλα πρέπει να πείσουμε, κι’ έπειτα να εξαναγκάσουμε. Πρέπει με κάθε
θυσία πρώτα να πείσουμε, κι’ έπειτα να εξαναγκάσουμε*. Εμείς δεν μπορέσαμε να πείσουμε τις πλατιές μάζες και
παραβιάσαμε τις σωστές αμοιβαίες σχέσεις της πρωτοπορίας με τις μάζες».
Το ίδιο λέει ο Λένιν στη μπροσούρα του «Για τα συνδικάτα»:
«Εφαρμόζαμε σωστά και μ’ επιτυχία τον καταναγκασμό, όταν πρώτα τον τοποθετούσαμε στη βάση της πειθούς».
Και αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό. Γιατί χωρίς αυτούς τους όρους δεν είναι δυνατή καμιά καθοδήγηση. Γιατί μονάχα
έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί η ενότητα δράσης στο κόμμα αν πρόκειται για το κόμμα, και η ενότητα δράσης της τάξης,
αν πρόκειται για την τάξη στο σύνολό της. Χωρίς αυτούς τους όρους προκαλείται διάσπαση, διάλυση, αποσύνθεση στις
γραμμές της εργατικής τάξης.
Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι βάσεις της σωστής καθοδήγησης της εργατικής τάξης από το κόμμα.
Κάθε άλλη αντίληψη καθοδήγησης είναι συνδικαλισμός, αναρχισμός, γραφειοκρατία, ό,τι θέλετε, εκτός από
μπολσεβικισμός, λενινισμός.
Δεν επιτρέπεται να αντιπαραθέτουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου στην καθοδήγηση («δικτατορία») του
κόμματος, αν υπάρχουν σωστές αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στο κόμμα και την εργατική τάξη, ανάμεσα στην
πρωτοπορία και τις εργατικές μάζες. Απ' αυτό όμως βγαίνει ότι πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται να ταυτίζουμε το
κόμμα με την εργατική τάξη, την καθοδήγηση («δικτατορία») του κόμματος με τη δικτατορία της εργατικής τάξης. Ο
Σόριν στηριζόμενος στο γεγονός ότι δεν μπορούμε να αντιπαραθέτουμε τη «δικτατορία» του κόμματος στη δικτατορία
του προλεταριάτου, έφτασε στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι η «δικτατορία του προλεταριάτου είναι η δικτατορία του
κόμματός μας».
Ο Λένιν όμως δε μιλάει μονάχα για το απαράδεχτο μιας τέτιας αντιπαράθεσης. Μιλάει ταυτόχρονα και για το
απαράδεχτο της αντιπαράθεσης «της δικτατορίας των μαζών, στη δικτατορία των ηγετών». Μα πρέπει άραγε πάνω σ'
αυτή τη βάση να ταυτίσουμε τη δικτατορία των ηγετών με τη δικτατορία του προλεταριάτου; Ακολουθώντας αυτό το
δρόμο θα ’πρεπε να πούμε ότι «η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η δικτατορία των ηγετών μας». Σ' αυτήν
ακριβώς την ανοησία μας οδηγεί ουσιαστικά η πολιτική της ταύτισης της «δικτατορίας» του κόμματος με τη δικτατορία
του προλεταριάτου...
Ποια είναι η άποψη του Ζηνόβιεφ πάνω σ' αυτό το ζήτημα;
Ο Ζηνόβιεφ υποστηρίζει ουσιαστικά την ίδια άποψη της ταύτισης της «δικτατορίας» του κόμματος με τη δικτατορία
του προλεταριάτου που υποστηρίζει και ο Σόριν, με τη διαφορά όμως ότι ο Σόριν εκφράζεται πιο ανοιχτά και καθαρά,
ενώ ο Ζηνόβιεφ τα «κλωθογυρίζει». Για να πειστούμε αρκεί να πάρουμε το παρακάτω σημείο από το βιβλίο του
Ζηνόβιεφ «Λενινισμός»:
«Τι καθεστώς υπάρχει στην Ενωση των ΣΣΔ -λέει ο Ζηνόβιεφ- απ’ την άποψη του ταξικού του περιεχομένου:
Δικτατορία του προλεταριάτου. Ποιο είναι το άμεσο ελατήριο της εξουσίας στην ΕΣΣΔ; Ποιος ασκεί την εξουσία της
εργατικής τάξης; Το Κομμουνιστικό Κόμμα! Μ' αυτή την έννοια στη χώρα μας* έχουμε δικτατορία του κόμματος. Ποια
είναι, η νομική μορφή της εξουσίας στην ΕΣΣΔ; Ποιος είναι ο καινούργιος τύπος κρατικού καθεστώτος, που
δημιούργησε η Οχτωβριανή Επανάσταση; Το σοβιετικό σύστημα. Το ένα δεν αντιφάσκει καθόλου στο άλλο».
Το ότι το ένα δεν αντιφάσκει ατό άλλο είναι βέβαια σωστό αν, με την έννοια δικτατορία του κόμματος απέναντι στην
εργατική τάξη στο σύνολό της, εννοούμε την καθοδήγηση από μέρους του κόμματος. Πώς μπορούμε όμως στηριγμένοι
σ' αυτό το γεγονός να βάλουμε το σημείο ισότητας ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και τη «δικτατορία»
του κόμματος, ανάμεσα στο σοβιετικό σύστημα και τη «δικτατορία» του κόμματος; Ο Λένιν ταύτιζε το σύστημα των
Σοβιέτ με τη δικτατορία του προλεταριάτου, και είχε δίκιο, γιατί τα Σοβιέτ, τα δικά μας Σοβιέτ, είναι οργανώσεις που
συσπειρώνουν τις εργαζόμενες μάζες γύρω από το προλεταριάτο και κάτω απ' την καθοδήγηση του κόμματος. Πότε
όμως, πού και σε ποιο έργο του έβαλε ο Λένιν το σημείο ισότητας ανάμεσα στη «δικτατορία» του κόμματος και τη
δικτατορία του προλεταριάτου, ανάμεσα στη «δικτατορία» του κόμματος και το σύστημα των Σοβιέτ, όπως κάνει
σήμερα ο Ζηνόβιεφ; Οχι μονάχα η καθοδήγηση («δικτατορία») του κόμματος, μα ούτε και η καθοδήγηση
(«δικτατορία») των αρχηγών δεν έρχεται σε αντίφαση με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Θα πρέπει άραγε πάνω σ'
αυτή τη βάση να διακηρύξουμε ότι η χώρα μας είναι χώρα της δικτατορίας του προλεταριάτου, δηλαδή χώρα της
δικτατορίας του κόμματος, δηλαδή χώρα της δικτατορίας των αρχηγών; Και όμως σ' αυτήν ακριβώς την ανοησία μας
οδηγεί η «αρχή» της ταύτισης της «δικτατορίας» του κόμματος με τη δικτατορία του προλεταριάτου, που λαθραία και
δειλά μας αναπτύσσει ο Ζηνόβιεφ.
Στα πολυάριθμα έργα του Λένιν κατόρθωσα να σημειώσω μονάχα πέντε περιπτώσεις, όπου ο Λένιν θίγει στα πεταχτά
το ζήτημα της δικτατορίας του κόμματος.
Η πρώτη περίπτωση είναι στην πολεμική του ενάντια στους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους, όπου λέει:
«Οταν μας κατηγορούν για δικτατορία ενός κόμματος και μας προτείνουν, όπως ακούσαμε, ενιαίο σοσιαλιστικό
μέτωπο, εμείς λέμε: «Μάλιστα δικτατορία ενός κόμματος! Στεκόμαστε σ’ αυτή και δεν μπορούμε να φύγουμε από τη
βάση αυτή, γιατί αυτό είναι το Κόμμα που κατέκτησε στη διάρκεια δεκαετιών τη θέση της πρωτοπορίας όλου του
εργοστασιακού και βιομηχανικού προλεταριάτου»».
Η δεύτερη περίπτωση είναι το «Γράμμα προς τους εργάτες και τους αγρότες, με την ευκαιρία της νίκης ενάντια στον
Κολτσάκ», όπου λέει:
«Τους αγρότες τους φοβίζουν (ιδιαίτερα οι μενσεβίκοι και οι εσέροι, όλοι, ακόμη και οι «αριστεροί» τους) με τον
μπαμπούλα «της δικτατορίας ενός κόμματος», του Κόμματος των μπολσεβίκων-κομμουνιστών.
Το παράδειγμα του Κολτσάκ δίδαξε τους αγρότες να μη φοβούνται τον μπαμπούλα.
Είτε δικτατορία (δηλ. σιδερένια εξουσία) των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, είτε δικτατορία της εργατικής τάξης».
Η τρίτη περίπτωση είναι ο λόγος του Λένιν στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην πολεμική του ενάντια
στον Τάνερ. Το λόγο αυτόν τον ανάφερα πιο πάνω*.
Η τέταρτη περίπτωση είναι μερικές γραμμές στη μπροσούρα «Ο «αριστερισμός» παιδική αρρώστια του
κομμουνισμού». Τις σχετικές περικοπές τις παράθεσα πιο πάνω*.
Και η πέμπτη περίπτωση είναι το πρόχειρο σχέδιο για τη δικτατορία του προλεταριάτου, που δημοσιεύτηκε στον 3ο
τόμο της συλλογής Λένιν, όπου υπάρχει ο υπότιτλος «Η δικτατορία ενός μονάχα κόμματος».
Πρέπει να σημειώσουμε ότι στις δυο περιπτώσεις από τις πέντε, στην τελευταία και στη δεύτερη περίπτωση, τις λέξεις
«δικτατορία ενός μονάχα κόμματος» ο Λένιν τις βάζει σε εισαγωγικά, υπογραμμίζοντας ξεκάθαρα τη μη κυριολεκτική,
τη μεταφορική έννοια αυτής της διατύπωσης.
Πρέπει επίσης να σημειώσουμε πως σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις ο Λένιν με την έννοια «δικτατορία του κόμματος»
εννοούσε τη δικτατορία («σιδερένια εξουσία») ενάντια στους «τσιφλικάδες και τους κεφαλαιοκράτες», και όχι ενάντια
στην εργατική τάξη, παρ' όλες τις συκοφαντικές επινοήσεις του Κάουτσκι και συντροφίας.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε κανένα απ' τα βασικά και τα δευτερεύοντα έργα του, όπου ο Λένιν
πραγματεύεται ή απλώς αναφέρει τη δικτατορία του προλεταριάτου και το ρόλο του κόμματος στο σύστημα της
δικτατορίας του προλεταριάτου, δεν υπάρχει ούτε υπαινιγμός ότι «η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η δικτατορία
του κόμματός μας». Αντίθετα, κάθε σελίδα, κάθε γραμμή αυτών των έργων βροντοφωνάζει ενάντια σ' αυτή τη
διατύπωση. (Βλ. «Κράτος και Επανάσταση», «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», «Ο
«αριστερισμός» παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» κλπ.).
Ακόμα πιο χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στις θέσεις του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το
ρόλο του πολιτικού κόμματος, που η επεξεργασία τους είχε γίνει με την άμεση καθοδήγηση του Λένιν και στις οποίες ο
Λένιν επανειλημμένα αναφέρθηκε στους λόγους του, σαν υπόδειγμα σωστής διατύπωσης του ρόλου και των
καθηκόντων του κόμματος, δε βρίσκουμε ούτε μια, κυριολεκτικά ούτε μια λέξη για δικτατορία του κόμματος.
Τι δείχνουν όλα αυτά;
Δείχνουν ότι:
α) Ο Λένιν δε θεωρούσε τη διατύπωση «δικτατορία του κόμματος» άμεμπτη, ακριβή, και γι' αυτό στα Εργα του
χρησιμοποιείται πάρα πολύ σπάνια και κάποτε μπαίνει σε εισαγωγικά·
β) στις λίγες περιπτώσεις που αναγκάστηκε ο Λένιν, στην πολεμική του ενάντια στους αντίπαλους, να μιλήσει για
δικτατορία του κόμματος, μιλούσε συνήθως για τη «δικτατορία ενός κόμματος», δηλαδή για το γεγονός ότι το κόμμα
μας βρίσκεται στην εξουσία μόνο του, ότι δε μοιράζεται την εξουσία με άλλα κόμματα, εξηγώντας πάντα πως με την
έννοια δικτατορία του κόμματος απέναντι στην εργατική τάξη πρέπει να εννοούμε την καθοδήγηση του κόμματος, τον
καθοδηγητικό του ρόλο·
γ) σ' όλες τις περιπτώσεις (και οι περιπτώσεις αυτές ήταν χιλιάδες), που ο Λένιν θεωρούσε αναγκαίο να καθορίσει
επιστημονικά το ρόλο του κόμματος στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, μιλούσε αποκλειστικά για τον
καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος απέναντι στην εργατική τάξη·
δ) γι' αυτό ακριβώς του Λένιν δεν «του πέρασε απ' το μυαλό» να συμπεριλάβει στη βασική απόφαση για το ρόλο του
κόμματος -εννοώ την απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς- τη διατύπωση «δικτατορία του
κόμματος»·
ε) δεν έχουν δίκιο από την άποψη του λενινισμού, και είναι πολιτικά μύωπες οι σύντροφοι εκείνοι που ταυτίζουν ή
προσπαθούν να ταυτίσουν τη «δικτατορία» του κόμματος και συνεπώς και τη «δικτατορία των αρχηγών» με τη
δικτατορία του προλεταριάτου, γιατί παραβαίνουν έτσι τους όρους για τις σωστές αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στην
πρωτοπορία και την τάξη.
Και δε μιλώ εδώ για το γεγονός ότι η διατύπωση «δικτατορία του κόμματος», όταν την πάρουμε χωρίς τις παραπάνω
επιφυλάξεις, μπορεί να δημιουργήσει ολόκληρη σειρά κινδύνους και πολιτικά μειονεκτήματα στην πρακτική μας
δουλιά. Η διατύπωση αυτή, αν την πάρουμε χωρίς επιφυλάξεις, φαίνεται σαν να υποβάλλει την ιδέα:
α) στις εξωκομματικές μάζες: μην τολμάτε να φέρετε αντιρρήσεις, μην τολμάτε να συζητάτε, γιατί το κόμμα μπορεί όλα
να τα κάνει, γιατί έχουμε δικτατορία του κόμματος·
β) στα κομματικά στελέχη: ενεργείτε πιο τολμηρά, πιέζετε πιο γερά, μπορείτε και να μη δίνετε προσοχή στη φωνή των
εξωκομματικών μαζών - έχουμε δικτατορία του κόμματος·
γ) στις ηγετικές κορυφές του κόμματος: μπορείτε να επιτρέψετε στον εαυτό σας την πολυτέλεια κάποιας
αυτοϊκανοποίησης, μπορείτε ίσως και να κομπάζετε ακόμα, γιατί έχουμε δικτατορία του κόμματος, και «συνεπώς» και
δικτατορία των αρχηγών.
Καλό είναι: να υπενθυμίζουμε αυτούς τους κινδύνους ακριβώς τώρα στην περίοδο της ανόδου της πολιτικής
δραστηριότητας των μαζών, τώρα που έχει ιδιαίτερη αξία για μας η απόφαση του κόμματος να αφουγκράζεται
προσεχτικά τη φωνή των μαζών, τώρα που η προσεχτική μέριμνα για τις ανάγκες των μαζών αποτελεί τη βασική
επιταγή του κόμματος μας, τώρα που απαιτείται απ' το κόμμα ξεχωριστή περίσκεψη και ξεχωριστή ευλυγισία στην
πολιτική, τώρα που ο κίνδυνος του κομπασμού είναι από τους πιο σοβαρούς κινδύνους που ορθώνονται μπροστά στο
κόμμα στο έργο της σωστές καθοδήγησης των μαζών.
Δεν μπορεί να μη θυμηθεί κανείς τα χρυσά λόγια που είπε ο Λένιν στο 11ο Συνέδριο του κόμματός μας:
«Μέσα στη λαϊκή μάζα είμαστε (οι κομμουνιστές. Ι. Στ.) ακόμη σταγόνα στον ωκεανό και μπορούμε να κυβερνάμε
μόνο όταν εκφράζουμε σωστά αυτό που έχει κάνει συνείδησή του ο λαός. Αλλιώς το Κομμουνιστικό Κόμμα δε θα
οδηγεί το προλεταριάτο, και το προλεταριάτο δε θα τραβάει μαζί του τις μάζες, και όλη η μηχανή θα
ξεχαρβαλωθεί».
«Να εκφράζουμε σωστά αυτό που έχει κάνει συνείδησή του ο λαός», αυτός ακριβώς είναι ο απαραίτητος όρος, που
εξασφαλίζει στο κόμμα τον τιμητικό ρόλο της κύριας καθοδηγητικής δύναμης στο σύστημα της δικτατορίας του
προλεταριάτου
Ι.Β. Στάλιν: Αναρχισμός ή σοσιαλισμός;
λένε κουνώντας περιφρονητικά το χέρι: «Ορεξη που την έχεις ν' ασχολείσαι μ' αυτή την ιδεολογία, δεν αξίζει τον κόπο
ούτε και να μιλάς γι' αυτήν!». Εμείς νομίζουμε πως μια τέτοια εύκολη «κριτική» είναι και ανάξια και ανώφελη.
Μερικοί νομίζουν ότι ο μαρξισμός και ο αναρχισμός έχουν τις ίδιες αρχές, ότι μεταξύ τους υπάρχουν διαφωνίες μόνο
ταχτικής κι έτσι, κατά τη γνώμη τους, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση ν' αντιπαραθέσουμε τα δύο αυτά ρεύματα.
Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος.
Για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού είναι απαραίτητη η σοσιαλιστική επανάσταση, η σοσιαλιστική όμως
επανάσταση πρέπει να αρχίσει με τη δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή το προλεταριάτο πρέπει να πάρει στα
χέρια του την πολιτική εξουσία και μ' αυτήν να απαλλοτριώσει την αστική τάξη.
Για να γίνουν όμως όλα αυτά χρειάζεται να αναπτυχθεί το πνεύμα της οργάνωσης, να συσπειρωθεί το προλεταριάτο και
να εξασφαλίσει την ενότητά του, όπως επίσης και να δημιουργηθούν γερές προλεταριακές οργανώσεις, που να
αναπτύσσονται αδιάκοπα.
Ποιες μορφές οργάνωσης πρέπει να χρησιμοποιήσει το προλεταριάτο;
Οι πιο διαδεδομένες και μαζικές οργανώσεις είναι τα επαγγελματικά συνδικάτα και οι εργατικοί συνεταιρισμοί (κυρίως
οι παραγωγικοί - καταναλωτικοί συνεταιρισμοί).
Τα επαγγελματικά συνδικάτα όμως και οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν μόνα τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες
οργάνωσης του αγωνιζόμενου προλεταριάτου. Και αυτό γιατί οι παραπάνω οργανώσεις δεν μπορούν να ξεπεράσουν τα
πλαίσια του καπιταλισμού, μια και έχουν για σκοπό τους τη βελτίωση της θέσης των εργατών μέσα σ' αυτά τα πλαίσια.
Συνεπώς χρειάζεται ακόμα μια οργάνωση που θα συγκεντρώσει γύρω της τα συνειδητά στοιχεία από τους εργάτες όλων
των επαγγελμάτων, θα μετατρέψει το προλεταριάτο σε συνειδητή τάξη και θα βάλει για κύριο σκοπό της την
καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος και την προετοιμασία της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Τέτοια οργάνωση είναι το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του προλεταριάτου (σ.σ. Το Κ.Κ. εννοεί, που τότε ονομαζόταν
ακόμη σοσιαλδημοκρατικό).
Το κόμμα αυτό πρέπει να είναι ταξικό κόμμα, εντελώς ανεξάρτητο από τα άλλα κόμματα και αυτό γιατί είναι το κόμμα
της τάξης των προλετάριων, που η απελευθέρωσή τους μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τα δικά τους τα χέρια.
Το κόμμα αυτό πρέπει να είναι κόμμα επαναστατικό και αυτό γιατί η απελευθέρωση των εργατών μπορεί να
συντελεστεί μόνο με επαναστατικό τρόπο, μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Το κόμμα αυτό πρέπει να είναι κόμμα διεθνιστικό, οι πόρτες του κόμματος πρέπει να είναι ανοιχτές για κάθε συνειδητό
προλετάριο - κι αυτό γιατί η απελευθέρωση των εργατών δεν είναι ζήτημα εθνικό, αλλά κοινωνικό και έχει για τον
προλετάριο της Γεωργίας την ίδια σημασία που έχει και για τον προλετάριο της Ρωσίας και για τους προλετάριους των
άλλων εθνών.
Από δω βγαίνει καθαρά το συμπέρασμα ότι όσο πιο στενά συσπειρωθούν οι προλετάριοι των διαφόρων εθνών, όσο πιο
συθέμελα γκρεμιστούν οι εθνικοί φραγμοί που έχουν στηθεί ανάμεσά τους, τόσο πιο γερό θα είναι το κόμμα του
προλεταριάτου, τόσο πιο πολύ θα διευκολυνθεί η οργάνωση του προλεταριάτου σε αδιαίρετη τάξη.
Γι' αυτό είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί στις οργανώσεις του προλεταριάτου, στο βαθμό που είναι δυνατό, η αρχή του
συγκεντρωτισμού, σε αντίθεση με το κομμάτιασμα σε ομοσπονδίες, άσχετα αν πρόκειται για οργανώσεις του κόμματος,
για συνδικάτα ή για συνεταιρισμούς.
Είναι επίσης φανερό ότι οι οργανώσεις αυτές πρέπει να στηρίζονται σε δημοκρατικές βάσεις, εφόσον εννοείται το
επιτρέπουν οι πολιτικές ή άλλες συνθήκες.
Η τρίτη «κατηγορία» των αναρχικών είναι ότι αρνούνται το λαϊκό χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατίας, παρουσιάζουν
τους σοσιαλδημοκράτες (σ.σ. τους κομμουνιστές) σαν γραφειοκράτες και ισχυρίζονται ότι το σχέδιο των
σοσιαλδημοκρατών για τη δικτατορία του προλεταριάτου είναι θάνατος για την επανάσταση, και ότι εφόσον οι
σοσιαλδημοκράτες θέλουν μια τέτοια δικτατορία, στην πραγματικότητα δε θέλουν να εγκαθιδρύσουν τη δικτατορία του
προλεταριάτου, αλλά τη δική τους δικτατορία πάνω στο προλεταριάτο.
Ακούστε τι λέει σχετικά ο Κροπότκιν:
«Εμείς οι αναρχικοί βγάλαμε την τελεσίδικη καταδικαστική απόφασή μας κατά της δικτατορίας... Ξέρουμε ότι κάθε
δικτατορία, όσο τίμιες κι αν είναι οι προθέσεις της, οδηγεί την επανάσταση στο χαμό. Ξέρουμε... ότι η ιδέα της
δικτατορίας δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα ολέθριο προϊόν του κυβερνητικού φετιχισμού, που... πάντα επιδίωκε να
διαιωνίσει τη σκλαβιά» (βλ. Κροπότκιν, «Λόγοι ενός στασιαστή», σελ. 151). Οι σοσιαλδημοκράτες παραδέχονται όχι
μόνο την επαναστατική δικτατορία, μα είναι και οπαδοί της δικτατορίας πάνω στο προλεταριάτο... Οι εργάτες τους
ενδιαφέρουν μόνο στο βαθμό που θα αποτελούν ένα πειθαρχημένο στρατό στα χέρια τους... Η σοσιαλδημοκρατία
επιδιώκει μέσω του προλεταριάτου να πάρει στα χέρια της την κρατική μηχανή» (βλ. «Ψωμί και λευτεριά», σελ. 62-63).
Το ίδιο λένε και οι αναρχικοί της Γεωργίας.
Δε χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να ξεσκεπαστεί και η καινούρια αυτή συκοφαντία των αναρχικών, που αποβλέπει
στην εξαπάτηση του αναγνώστη.
Από τα τέλη ακόμα του 1847 ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ενγκελς διακήρυξαν ότι το προλεταριάτο για να εγκαθιδρύσει
το σοσιαλισμό πρέπει να καταχτήσει την πολιτική δικτατορία, ώστε να αποκρούσει με τη δικτατορία αυτή τις
αντεπαναστατικές επιθέσεις της κεφαλαιοκρατίας και να της αφαιρέσει τα μέσα παραγωγής, ότι η δικτατορία αυτή
πρέπει να είναι δικτατορία όχι μερικών προσώπων, αλλά δικτατορία όλου του προλεταριάτου σαν τάξης: Δηλαδή η
δικτατορία του προλεταριάτου θα είναι ολόκληρης της τάξης του προλεταριάτου πάνω στην αστική τάξη και όχι
κυριαρχία μερικών προσώπων πάνω στο προλεταριάτο.
Αργότερα επαναλαμβάνουν την ίδια άποψη σε όλα σχεδόν τα έργα τους.
Μα έχουμε και συνέχεια. Για να ξεκαθαριστεί πώς καταλάβαιναν ο Μαρξ και ο Ενγκελς τη δικτατορία του
προλεταριάτου, για να ξεκαθαριστεί κατά πόσο θεωρούσαν πραγματοποιήσιμη αυτή τη δικτατορία, για όλα αυτά είναι
πολύ ενδιαφέρον να εξετάσουμε τη θέση που πήραν απέναντι στην Κομμούνα του Παρισιού. Το ζήτημα είναι ότι η
δικτατορία του προλεταριάτου βρίσκει κατηγόρους όχι μόνο ανάμεσα στους αναρχικούς, αλλά και ανάμεσα στους
μικροαστούς των πόλεων, ακόμα και μέσα στους κάθε λογής χασάπηδες και ταβερνιάρηδες, μέσα σ' όλους εκείνους,
που ο Μαρξ και ο Ενγκελς τους ονόμαζαν φιλισταίους.
Είναι φανερό, ότι όποιος θέλει να μάθει πώς βλέπουν οι μαρξιστές τη δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει να γνωρίσει
την Κομμούνα του Παρισιού. Ας ρίξουμε μια ματιά και μεις στην Κομμούνα του Παρισιού. Αν αποδειχτεί ότι η Κομμούνα
του Παρισιού ήτανε πραγματικά δικτατορία ορισμένων προσώπων πάνω στο προλεταριάτο - τότε κάτω ο μαρξισμός,
κάτω η δικτατορία του προλεταριάτου! Αν όμως διαπιστωθεί ότι η Κομμούνα του Παρισιού ήταν στην πραγματικότητα η
δικτατορία του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, τότε... τότε θα γελάσουμε με όλη μας την καρδιά σε βάρος των
αναρχικών συκοφαντών, που στον αγώνα τους με τους μαρξιστές δεν τους μένει να κάνουν τίποτα άλλο από το να
σοφίζονται ένα σωρό συκοφαντίες.
Η ιστορία της Κομμούνας του Παρισιού γνώρισε δυο περιόδους: την πρώτη περίοδο, τότε που τις υποθέσεις στο Παρίσι
τις διηύθυνε η γνωστή «Κεντρική Επιτροπή», και τη δεύτερη περίοδο, όταν έληξε η εξουσιοδότηση της «Κεντρικής
Επιτροπής» και η διεύθυνση των υποθέσεων μεταβιβάστηκε στη νεοεκλεγμένη Κομμούνα. Τι ήταν η «Κεντρική
Επιτροπή» και από ποιους αποτελούνταν; Εχουμε μπροστά μας τη «Λαϊκή ιστορία της Κομμούνας του Παρισιού» του
Αρτούρ Αρνού που, όπως λέει και ο ίδιος, απαντάει σύντομα σ' αυτό το ερώτημα. Ο αγώνας μόλις είχε αρχίσει και
300.000 εργάτες του Παρισιού, οργανωμένοι σε λόχους και τάγματα, εκλέξανε αντιπροσώπους μέσα από τις γραμμές
τους. Ετσι συγκροτήθηκε η «Κεντρική Επιτροπή».
«Ολους αυτούς τους πολίτες (τα μέλη της «Κεντρικής Επιτροπής») που είχαν εκλεγεί σε τμηματικές εκλογές των λόχων
τους ή των ταγμάτων, λέει ο Αρνού, τους ήξεραν μονάχα οι μικρές ομάδες, που τους εξέλεξαν. Τι άνθρωποι είναι αυτοί,
από πού κρατάει η σκούφια τους και τι θέλουν να κάνουν;». Ηταν μια «ανώνυμη κυβέρνηση, που αποτελούνταν σχεδόν
αποκλειστικά από απλούς εργάτες και μικροϋπαλλήλους, που κατά τα τρία τέταρτα τα ονόματά τους δεν ήταν γνωστά
πέρα από τους δρόμους που 'μεναν ή από τα γραφεία τους... Η παράδοση παραβιάστηκε. Συνέβη κάτι το αναπάντεχο.
Μέσα στην Κεντρική Επιτροπή δεν υπήρχε ούτε ένα μέλος από τις άρχουσες τάξεις. Ξέσπασε μια επανάσταση, που δεν
την εκπροσωπούσαν ούτε δικηγόροι, ούτε βουλευτές, ούτε δημοσιογράφοι, ούτε στρατηγοί. Στη θέση τους βρισκόταν ο
μεταλλωρύχος του Κρεζό, ο βιβλιοδέτης, ο μάγειρας κλπ» (βλ. «Λαϊκή ιστορία της Κομμούνας του Παρισιού», σελ. 107).
Ο Αρτούρ Αρνού συνεχίζει:
«Εμείς (δήλωναν τα μέλη της «Κεντρικής Επιτροπής») είμαστε τα αφανή όργανα, τα υπάκουα όργανα στα χέρια του
επιτιθέμενου λαού... Εμείς... υπηρετούμε τη θέληση του λαού, είμαστε εδώ για να γίνουμε ο αντίλαλός του, για να τον
οδηγήσουμε στο θρίαμβο. Ο λαός θέλει την Κομμούνα και μεις θα μείνουμε εδώ για να αρχίσουμε τις εκλογές της
Κομμούνας. Αυτό είναι όλο. Αυτοί οι δικτάτορες δε στάθηκαν από πάνω, ούτε έξω από το πλήθος. Ενιωθες ότι ζουν μαζί
του, μέσα του, μέσω αυτού, πως το συμβουλεύονται κάθε δευτερόλεπτο, ότι ακούνε και του μεταφέρουν αυτό που
ακούνε, προσπαθώντας μόνο να μεταδίδουν σε συμπυκνωμένη μορφή... τη γνώμη των τριακοσίων χιλιάδων ανθρώπων»
(βλ. στο ίδιο έργο, σελ. 109).
Ετσι ενεργούσε η Κομμούνα του Παρισιού στην πρώτη περίοδο της ζωής της.
Αυτή είναι η Κομμούνα του Παρισιού.
Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.
Ας περάσουμε τώρα στη δεύτερη περίοδο της Κομμούνας όταν στη θέση της «Κεντρικής Επιτροπής» δρούσε η
Κομμούνα. Μιλώντας γι' αυτές τις δυο περιόδους, που βάσταξαν δυο μήνες, ο Αρνού τονίζει με ενθουσιασμό πως ήταν
πραγματική δικτατορία του λαού. Ακούστε τι λέει:
«Το μεγαλειώδικο θέαμα, που παρουσίαζε αυτός ο λαός επί δυο μήνες, μας δίνει τη δύναμη και την ελπίδα... να κοιτάμε
κατάματα το μέλλον. Μέσα σ' αυτούς τους δυο μήνες στο Παρίσι είχαμε αληθινή δικτατορία όχι ενός ανθρώπου, αλλά
όλου του λαού, που ήταν μοναδικός κυρίαρχος της κατάστασης... Η δικτατορία αυτή κράτησε πάνω από δυο μήνες,
χωρίς διακοπή, από τις 18 του Μάρτη ως τις 22 του Μάη (1871)...». Στην ουσία «... η Κομμούνα του Παρισιού
αποτελούσε μονάχα ηθική δύναμη και δεν είχε άλλη υλική δύναμη, εξόν από τη γενική συμπάθεια... των πολιτών, ο
λαός ήταν ο εξουσιαστής, ο μοναδικός εξουσιαστής, μόνος του δημιούργησε την αστυνομία και τη δικαστική εξουσία...»
(βλ. στο ίδιο έργο, σελ. 242 - 244).
Ετσι χαρακτηρίζει την Κομμούνα του Παρισιού ένα μέλος της Κομμούνας, ο δραστήριος αγωνιστής που πήρε μέρος στις
μάχες των δρόμων Αρτούρ Αρνού.
Ετσι επίσης χαρακτηρίζει την Κομμούνα του Παρισιού και ένα άλλο μέλος της, επίσης δραστήριος αγωνιστής της
Κομμούνας, ο Λισαγκαρέ (βλ. το βιβλίο του: «Η ιστορία της Κομμούνας του Παρισιού»).
Ο λαός «μοναδικός εξουσιαστής» και «όχι η δικτατορία ενός ανθρώπου αλλά όλου του λαού», να τι ήταν η Κομμούνα
του Παρισιού.
Τέτοια ήταν λοιπόν η δικτατορία του προλεταριάτου όπως ακριβώς την έβλεπαν ο Μαρξ και ο Ενγκελς.
Οπως βλέπετε, οι κ. αναρχικοί γνωρίζουν τη δικτατορία του προλεταριάτου, την Κομμούνα του Παρισιού, το μαρξισμό,
που διαρκώς τον «κριτικάρουν», όσο ξέρουμε εγώ και συ, αναγνώστη, τα κινέζικα.
Είναι φανερό πως υπάρχουν δυο ειδών δικτατορίες. Υπάρχει η δικτατορία της μειοψηφίας, η δικτατορία μιας μικρής
ομάδας, η δικτατορία των Τρέποφ και των Ιγνάτιεφ που στρέφεται ενάντια στο λαό. Επικεφαλής της δικτατορίας αυτής
βρίσκεται συνήθως μια παλατιανή κλίκα που παίρνει μυστικές αποφάσεις και σφίγγει τη θηλιά στο λαιμό της
πλειοψηφίας του λαού.
Οι μαρξιστές είναι εχθροί μιας τέτοιας δικτατορίας, και αγωνίζονται ενάντια σε μια τέτοια δικτατορία, με πολύ
περισσότερο πείσμα και με περισσότερη αυταπάρνηση από τους φωνακλάδες αναρχικούς μας.
Υπάρχει και μια δικτατορία άλλου είδους, η δικτατορία της προλεταριακής πλειοψηφίας, η δικτατορία των μαζών, που
στρέφεται ενάντια στην αστική τάξη, ενάντια στη μειοψηφία. Εδώ, επικεφαλής της δικτατορίας βρίσκονται οι μάζες, εδώ
δεν έχουν θέση ούτε οι παλατιανές κλίκες, ούτε οι μυστικές αποφάσεις, εδώ όλα γίνονται στα φανερά, στους δρόμους,
στις συγκεντρώσεις - και αυτό γιατί η δικτατορία αυτή είναι δικτατορία του δρόμου, της μάζας, που στρέφεται ενάντια σ'
όλους τους καταπιεστές.
Τη δικτατορία αυτή οι μαρξιστές την υποστηρίζουν και «με τα δυο τους χέρια», γιατί είναι η μεγαλειώδικη αρχή της
μεγάλης σοσιαλιστικής επανάστασης.
Οι κ. αναρχικοί μπέρδεψαν τις δυο αυτές δικτατορίες, που η μια αποτελεί άρνηση της άλλης και γι' αυτό βρέθηκαν στη
γελοία θέση να μην πολεμάν το μαρξισμό, μα τα πλάσματα της φαντασίας, να μη μάχονται με τον Μαρξ και τον Ενγκελς,
αλλά με τους ανεμόμυλους, όπως έκανε κάποτε ο μακαρία τη μνήμη Δον Κιχώτης...
Ι. Στάλιν: «Απαντα», τ. Α', σελ. 323-324, 379-382, 398-405, εκδόσεις «ΓΝΩΣΕΙΣ»
Ι.Β. Στάλιν - Διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός
ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
Ό διαλεκτικός υλισμός (ματεριαλισμός) είναι η γενική θεωρία, η κοσμοθεωρία, των μαρξιστικών - λενινιστικών κομμάτων. Ό διαλεκτικός ματεριαλισμός ονομάστηκε έτσι, γιατί ο τρόπος με τον οποίο παρατηρεί τα φαινόμενα της φύσης (η μέθοδος του, δηλαδή, εξέτασης και γνώσης των φαινομένων) είναι διαλεκτικός, και η αντίληψη, η εξήγηση που δίνει στα φαινόμενα της φύσης, η θεωρία του είναι ματεριαλιστική.
Ό ιστορικός υλισμός προεκτείνει τις αρχές του διαλεκτικού ματεριαλισμού στη μελέτη της κοινωνικής ζωής. Εφαρμόζει τις αρχές αυτές στα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της κοινωνίας, στη μελέτη της ιστορίας της κοινωνίας.
Εξηγώντας τη διαλεκτική τους μέθοδο, ο Μαρξ και ο Εγκελς αναφέρονται συχνά στον Χέγκελ, σαν τον φιλόσοφο που διατύπωσε τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της διαλεκτικής. Αυτό, ωστόσο δε σημαίνει πως η διαλεκτική του Μαρξ και του Εγκελς είναι η ίδια με τη χεγκελιανή διαλεκτική. Γιατί ο Μαρξ κι' ο Εγκελς δανείστηκαν απ’ τη διαλεκτική του Χέγκελ μόνο τον «λογικό πυρήνα» της, πετώντας το ιδεαλιστικό της φλούδι. Ό Μαρξ κι' ο "Εγκελς ανάπτυξαν τη διαλεκτική δίνοντας της ένα καινούργιο επιστημονικό χαρακτήρα.
Ή διαλεκτική μου μέθοδος, λέει ο Μαρξ, όχι μόνο διαφέρει βασικά από τη χεγκελιανή μέθοδο, αλλά, στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς το αντίθετο. Για τον Χέγκελ, η κίνηση της σκέψης, που την προσωποποιεί με το όνομα της Ιδέας, είναι ο δημιουργός της πραγματικότητας, κι’ η πραγματικότητα δεν είναι παρά η φαινομενική μορφή της Ιδέας. Για μένα, αντίθετα, η κίνηση της σκέψης δεν είναι παρά η αντανάκλαση της πραγματικής κίνησης, που μεταφέρεται και μεταθέτεται στο μυαλό του άνθρωπου. (K. Marx: le Capital, Livre premier, Paris1938.)
Εξηγώντας και καθορίζοντας τον υλισμό τους, o Μαρξ κι' ο Εγκελς αναφέρονται συχνά στον Φόϋερμπαχ (Feuerbach), σαν στον φιλόσοφο που αποκατάστησε τα δίκαια του υλισμού. Αυτό, ωστόσο, δεν πάει να πει πως ο ματεριαλισμός του Μαρξ και του Εγκελς είναι ταυτόσημος, είναι ο ίδιος, με τον ματεριαλισμό του Φόϋερμπαχ. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ κι' ο Εγκελς δεν πήρα από τον υλισμό του Φόϋερμπαχ παρά μόνο τον «κεντρικό πυρήνα» του και τον αναπτύξανε σε μια επιστημονική φιλοσοφική θεωρία του υλισμού, απορρίπτοντας τις ιδεαλιστικές του θέσεις σχετικά με το ιδεολογικό μέρος, την ηθική και τη θρησκεία. Είναι γνωστό πως, παρ’ όλο που ο Φόϋερμπαχ ήταν υλιστής, στο βάθος στάθηκε πάντα ενάντιος στον χαρακτηρισμό του ματεριαλισμού. Πολλές φορές, ο Εγκελς είπε πως ο Φόϋερμπαχ «έμεινε αιχμάλωτος στα πεδίκλια της ιδεαλιστικής παράδοσης, αντίθετα με τη βάση του» (τη ματεριαλιστική), κι' ακόμα, πως «ο πραγματικός ιδεαλισμός του Φοϋερμπαχ» φαίνεται «μόλις φτάνουμε στη φιλοσοφία του της θρησκείας και στην ηθική του» (Fr Engels: Ludwig Feuerbach et la fin de la philosophie classique allemande, Paris1935)
Ή λέξη διαλεκτική βγαίνει από το αρχαίο ελληνικό «διαλέγομαι», που πάει να πει μιλάω, συνομιλώ, λογομαχώ για επιστημονικά πράματα. Στην αρχαιότητα, με τη λέξη «διαλεκτική» υπονοούσαν την τέχνη που μεταχειρίζονταν κανείς, μιλώντας, για να φτάσει στην Αλήθεια, ξεσκεπάζοντας και ξεπερνώντας τις αντιθέσεις, που έχουνε μέσα τους οι συλλογισμοί του αντίπαλου. Ορισμένοι φιλόσοφοι τής Αρχαιότητας φρονούσαν ότι η εύρεση των Αντιθέσεων, που βρίσκονται μέσα στη σκέψη και η σύγκρουση ανάμεσα στις αντίθετες γνώμες ήταν το καλύτερο μέσο για την ανακάλυψη της αλήθειας. Προεκτείνοντας τον διαλεκτικό αυτό τρόπο της σκέψης στη μελέτη των φαινόμενων της φύσης έχουμε τη διαλεκτική μέθοδο για τη γνώση της φύσης. Σύμφωνα μ' αυτή τη μέθοδο, τα φαινόμενα της φύσης βρίσκονται σε αιώνια κίνηση και σε αιώνια αλλαγή και η εξέλιξη της φύσης είναι το αποτέλεσμα της εξέλιξης των αντιθέσεων της φύσης, το αποτέλεσμα της αμοιβαίας ενέργειας των αντίθετων δυνάμεων της φύσης.
Απ’ την ίδια της την ουσία, η διαλεκτική είναι ολότελα το αντίθετο από τη μεταφυσική.
1ο) Ή μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος έχει για χαρακτηριστικά της τα παρακάτω ουσιώδη σημεία, Α, Β, Γ, Δ.
Α) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί τη φύση όχι σαν μια τυχαία συσσώρευση αντικειμένων, φαινομένων που είναι χωρισμένα αναμεταξύ τους, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και απομονωμένα, άλλα σαν ένα σύνολο ενωμένο, με συνάφεια. Με άλλα λόγια, ένα σύνολο όπου τα αντικείμενα και τα φαινόμενα είναι οργανικά δεμένα αναμεταξύ τους, αλληλεξαρτημένα και αμοιβαία καθορίζουν τις συνθήκες και τους όρους της υπόστασης τους. Το ένα επιδρά πάνω στο άλλο.
Γι' αυτό, σύμφωνα με τη διαλεκτική μέθοδο κανένα φαινόμενο της φύσης δεν μπορεί να κατανοηθεί εάν το εξετάσουμε απομονωμένο, έξω δηλαδή, από τα φαινόμενα που το περιβάλλουνε. Γιατί οποιοδήποτε φαινόμενο, σ' οποιοδήποτε κλάδο, μπορεί να χάσει κάθε του νόημα αν εξεταστεί έξω από τις γύρω του συνθήκες, αν δηλαδή, αποσπαστεί από τις συνθήκες αυτές. Κι’ αντίθετα, οποιοδήποτε φαινόμενο μπορεί να κατανοηθεί και να δικαιολογηθεί αν εξεταστεί έχοντας υπ’ όψιν την αδιάσπαστη σύνδεση του με τα τριγύρω του φαινόμενα, αν το πάρουμε, δηλαδή, όπως το καθορίζουνε τα άλλα φαινόμενα που το περιβάλλουνε.
Β) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί τη φύση όχι σαν μια κατάσταση ανάπαυσης και ακινησίας, όχι σαν κατάσταση στάσιμη και αμετάβλητη, άλλα σαν μια κατάσταση κίνησης και αλλαγής αδιάκοπης. Κατάσταση ανανέωσης και εξέλιξης ακατάπαυστης, όπου πάντοτε, κάτι γεννιέται και αναπτύσσεται, κάτι απογίνεται και χάνεται.
Γι' αυτό το λόγο, η διαλεκτική μέθοδος εξετάζει τα φαινόμενα όχι μονάχα από την άποψη της αμοιβαίας σχέσης τους και της αλληλοεπίδρασης τους, άλλα κι' από την άποψη της κίνησης τους, της αλλαγής τους, της εξέλιξης τους, από την άποψη της εμφάνισης τους και της εξαφάνισης τους.
Εκείνο που ’χει, πρώτ' απ’ όλα, σημασία για τη διαλεκτική μέθοδο δεν είναι αυτό που σε μια ορισμένη στιγμή, φαίνεται σταθερό και μόνιμο, αλλά αυτό που αρχίζει κιόλας ν' απογίνεται και να χάνεται. Αυτό που ’χει, πρώτ' απ’ όλα, σημασία, είναι αυτό που γεννιέται ή εξελίσσεται κι' αν ακόμα, για μια στιγμή, μοιάζει άστατο, γιατί για τη διαλεκτική μέθοδο, ακαταμάχητο είναι μόνο εκείνο που γεννιέται κι' εξελίσσεται.
Ολόκληρη η φύση, λέει ο Εγκελς, απ’ τα πιο μικρά μόρια ως τα πιο μεγάλα σώματα, απ’ τον κόκκο της άμμου ως τον ήλιο, από το πρωτοκύτταρο ως τον άνθρωπο, υφίσταται μια σειρά ατέλειωτη σταθμών εξέλιξης, ένα αιώνιο, δηλαδή, «προτσές» εμφάνισης και εξαφάνισης, μέσα σε μια ακατάπαυστη παλίρροια, μέσα σε μια ατέλειωτη κίνηση και μέσα σε μια αιώνια αλλαγή
Γι' αυτό, λέει ο Εγκελς, η διαλεκτική εξετάζει τα πράματα και την αντανάκλαση τους στο μυαλό του ανθρώπου, πρώτ' απ’ όλα, μέσα στις σχέσεις που ’χουνε αναμεταξύ τους, μέσα στην αλληλοσύνδεσή τους, μέσα στην κίνηση τους, μέσα στην εμφάνιση και στην εξαφάνιση τους.
Γ) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί το «προτσές» της εξέλιξης, όχι σαν ένα απλό «προτσές» ανάπτυξης, όπου οι ποσοτικές αλλαγές δεν φτάνουνε σε ποιοτικές αλλαγές, αλλά σαν μια εξέλιξη από ποσοτικές αλλαγές ασήμαντες και αργές σε αλλαγές ολοφάνερες και ριζικές, σε αλλαγές ποιοτικές, που οι ποιοτικές αλλαγές είναι όχι βαθμιαίες, άλλα γρήγορες, ξαφνικές και γίνονται με άλματα, από μια κατάσταση σε μιαν άλλη. Οι αλλαγές αυτές δεν είναι τυχαίες, άλλα αναγκαίες. Είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης των βαθμιαίων κι' ανεπαίσθητων ποσοτικών αλλαγών. Γι' αυτό το λόγο η διαλεκτική μέθοδος θεωρεί ότι το «προτσές» της εξέλιξης πρέπει να κατανοηθεί όχι σαν μια κίνηση κυκλική, όχι σαν ένα απλό ξαναπέρασμα άπ' τον ίδιο δρόμο, αλλά σαν μια προοδευτική κίνηση, προς τα πάνω, σαν το πέρασμα από την παλιά ποιοτική κατάσταση σε μια καινούργια ποιοτική κατάσταση, σαν μια εξέλιξη που από το απλό πάει στο σύνθετο, απ’ το κατώτερο στο ανώτερο.
Ή φύση, λέει ο Εγκελς, είναι η λυδία λίθος της διαλεκτικής και πρέπει να ειπωθεί πως οι νέες φυσικές επιστήμες δώσανε σ' αυτή τη δοκιμασία υλικό, που είναι εξαιρετικά πλούσιο και που αυξάνει κάθε μέρα. Κ' έτσι αποδείξανε πως η φύση, σε τελευταία ανάλυση, ενεργεί διαλεκτικά και όχι μεταφυσικά, ότι δεν κινείται μέσα σ’ ένα κύκλο, τον ίδιο πάντα, που επαναλαμβάνεται συνεχώς ο ίδιος, ότι η φύση ζει μιαν ιστορία πραγματική. Κ' είναι σωστό ν 'αναφερθεί, πρώτα απ’ όλους, ο Ντάρβιν, που κατάφερε ένα σκληρό χτύπημα στη μεταφυσική αντίληψη της φύσης, αποδείχνοντας πως ολόκληρος ο οργανικός κόσμος, όπως υπάρχει σήμερα, τα φυτά και τα ζώα και -επόμενο είναι- ο άνθρωπος, είναι το προϊόν ενός «προτσές» εξέλιξης, που διαρκεί από εκατομμύρια χρόνια.
Ό Εγκελς δείχνει ότι στη διαλεκτική εξέλιξη οι ποσοτικές αλλαγές μεταβάλλονται σε αλλαγές ποιοτικές:
Στη φυσική κάθε αλλαγή είναι ένα πέρασμα από την ποσότητα στην ποιότητα, είναι το αποτέλεσμα της ποσοτικής αλλαγής της ποσότητας της κίνησης, οποιουδήποτε σχήματος αχώριστου από το σώμα ή οποιουδήποτε σχήματος που μεταδίνεται στο σώμα. Κατά τον ίδιο τρόπο, που η θερμοκρασία του νερού είναι στην αρχή άσχετη με την κατάσταση του σαν υγρό. Αν όμως αυξηθεί ή ελαττωθεί η θερμοκρασία του νερού, έρχεται στιγμή, όπου η κατάσταση του αλλάζει και το νερό μεταβάλλεται στην μια περίπτωση σε ατμό και στην άλλη σε πάγο.... Κατά τον ίδιο τρόπο, για να μεταβληθεί σε φωτεινό ένα σύρμα από πλατίνα χρειάζεται ηλεκτρικό ρεύμα μιας ορισμένης δύναμης. Με ίδιο τρόπο, κάθε μέταλλο λιώνει σε ορισμένους βαθμούς θερμοκρασίας, Ακριβώς όπως κάθε υγρό, κάτω από μια ορισμένη πίεση, φτάνει στο σημείο που πήζει ή πού βράζει, εφόσον τα μέσα μας μας επιτρέπουνε να πετύχουμε τις απαραίτητες θερμοκρασίες για κάθε περίπτωση. Και κατά τον ίδιο τρόπο, κάθε αέριο έχει ένα κρίσιμο σημείο, που, όταν φτάσει σε αυτό, μπορεί να μετατραπεί σε υγρό, πιέζοντας το ή κρυώνοντας το κάτω από καθορισμένες συνθήκες... Οι συνιστώσαι, όπως λένε στη φυσική -τα σημεία μετατροπής από τη μια κατάσταση στην άλλη-, τις περισσότερες φορές, δεν είναι άλλο από τα δεσμικά σημεία , όπου η πρόσθεση ή η αφαίρεση της κίνησης (ποσοτική αλλαγή) προκαλεί μια ποιοτική αλλαγή μέσα σ' ένα σώμα, όπου, όπως είναι επόμενο, η ποσότητα μεταβάλλεται σε ποιότητα.
Και σχετικά με τη χημεία: Μπορεί να ειπωθεί πως η χημεία είναι η επιστήμη των ποιοτικών αλλαγών των σωμάτων, που οφείλονται στις ποσοτικές αλλαγές. 0 ίδιος ο Χέγκελ το γνώριζε. Ας πάρουμε το οξυγόνο: Αν ενώσουμε, σ' ένα μόριο, τρία άτομα, αντί δυο άτομα. Οπως είναι φυσικό, έχουμε ένα σώμα νέο, το όζον, που ξεχωρίζει καθαρά απ’ το κοινό οξυγόνο για τη μυρωδιά του και για τις αντιδράσεις του. Και τι να πει κανείς για τους διάφορους συνδυασμούς του οξυγόνου με το άζωτο ή με το θειάφι, όπου ο κάθε συνδυασμός μας δίνει κ’ ένα σώμα ποιοτικά διαφορετικό απ’ όλα τα άλλα
Κι' ο Εγκελς κατακρίνει τον Ντύριγκ, που κοροϊδεύει τον Χέγκελ, παρ' όλο που του παίρνει, με τρόπο τη θεωρία του σύμφωνα με την οποία το πέρασμα απ' το βασίλειο του κόσμου χωρίς αισθήσεις στον κόσμο των αισθήσεων, από το βασίλειο του ανόργανου κόσμου στο βασίλειο της οργανικής ζωής, είναι ένα άλμα σε μια νέα κατάσταση :
Είναι, κυριολεκτικά, η δεσμική χεγκελιανή γραμμή των μετρητικών σχέσεων, όπου μια πρόσθεση ή μια αφαίρεση καθαρά ποσοτική προκαλεί, σε ορισμένα δεσμικά σημεία, ένα ποιοτικό άλμα, όπως π.χ. είναι η περίπτωση του νερού που το ζεσταίνουμε ή το κρυώνομε, όπου το σημείο όπου βράζει ή το σημείο όπου παγώνει είναι οι δεσμοί της εκτέλεσης του άλματος -κάτω από την κανονική πίεση- σε μια καινούργια κατάσταση συνένωσης μορίων, όπου, όπως είναι επόμενο, η ποσότητα μεταβάλλεται σε ποιότητα.
Δ) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική ξεκινάει από την άποψη ότι τα αντικείμενα και τα φαινόμενα της φύσης σέρνουν μέσα τους αντιθέσεις (εσωτερικές), γιατί όλα έχουν μια πλευρά αρνητική και μια πλευρά θετική, ένα παρελθόν και ένα μέλλον, όλα έχουνε στοιχεία πού χάνονται ή πού αναπτύσσονται.
Ή πάλη αυτών των αντίθετων στοιχείων, η πάλη ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο, ανάμεσα σ' αυτό που πεθαίνει και σ' αυτό πού γεννιέται, ανάμεσα σ' αυτό πού χάνεται και σ' αυτό πού εξελίσσεται, είναι το εσωτερικό περιεχόμενο του «προτσές» της εξέλιξης, της μετατροπής των ποσοτικών αλλαγών σε αλλαγές ποιοτικές.
Γι’ αυτό, σύμφωνα με τη διαλεκτική μέθοδο, το «προτσές» ανάπτυξης από το κατώτερο στο ανώτερο δεν πραγματοποιείται πάνω στο πλάνο μιας αρμονικής εξέλιξης των φαινομένων, άλλα πάνω σ' αυτό που φανερώνει τις αντιθέσεις που είναι αχώριστες από τα αντικείμενα κι' από τα φαινόμενα, πάνω στο πλάνο μιας «πάλης» αντιθέτων τάσεων, πού ενεργούνε με βάση αυτές τις αντιθέσεις.
Ή διαλεκτική -λέει ο Λένιν- με την καθαυτού έννοια της λέξης, είναι η μελέτη των αντιθέσεων μέσα στην ίδια ουσία των πραγμάτων.. ..Ή εξέλιξη είναι η «πάλη» των αντιθέτων.
Αυτά είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της μαρξιστικής διαλεκτικής μεθόδου.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ποια σημασία, μέγιστη, παίρνει η επέκταση των αρχών της διαλεκτικής μεθόδου στη μελέτη της κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της ιστορίας της κοινωνίας, ποια σημασία, μέγιστη, παίρνει η εφαρμογή αυτών των αρχών στην ιστορία της κοινωνίας, στην πραχτική δράση του κόμματος του προλεταριάτου.
Εάν είναι αλήθεια πως δεν υπάρχουνε στον κόσμο απομονωμένα φαινόμενα, αν είναι αλήθεια το ότι όλα τα φαινόμενα αλληλοσυνδέονται και αμοιβαία καθορίζουν την υπόσταση τους, είναι φανερό ότι κάθε κοινωνικό καθεστώς και κάθε κοινωνικό κίνημα, μέσα στην ιστορία, πρέπει να κρίνονται, όχι με την άποψη της «αιώνιας δικαιοσύνης» ή με οποιαδήποτε άλλη ιδέα που ανεξέλεγκτα γεννήθηκε, όπως συχνά κάνουν οι ιστορικοί, άλλα με το φακό των συνθηκών που γεννήσανε αυτό το καθεστώς κι' αυτό το κοινωνικό κίνημα και με τις όποιες. συνθήκες, είναι συνδεμένα.
Το καθεστώς της σκλαβιάς μέσα στις σημερινές συνθήκες θα ήτανε χωρίς νόημα, θάταν ένας παραλογισμός αφύσικος, Άλλα το καθεστώς της σκλαβιάς μέσα στις συνθήκες της πρωτόγονης κοινότητας που περνούσε το στάδιο της αποσύνθεσης της είναι ένα φαινόμενο ολότελα νοητό, καταληπτό και λογικό, γιατί σημαίνει ένα βήμα προς τα μπρος, συγκρίνοντας το με το καθεστώς της πρωτόγονης κοινότητας.
Το να διεκδικηθεί η εγκαθίδρυση της αστικής Αβασίλευτης Δημοκρατίας μέσα στις συνθήκες του τσαρισμού και της αστικής κοινωνίας π. χ. στη Ρωσία του 1905, ήταν ολότελα καταληπτό, σωστό και επαναστατικό, γιατί η αστική Αβασίλευτη Δημοκρατία, σήμαινε, τότε, ένα βήμα προς τα μπρος. Άλλα το να διεκδικηθεί η εγκαθίδρυση της αστικής Αβασίλευτης Δημοκρατίας μέσα στις σημερινές συνθήκες της Ε.Σ.Σ.Δ. θάτανε χωρίς νόημα, γιατί ή αστική 'Αβασίλευτη Δημοκρατία, σε σύγκριση με τη Σοβιετική Δημοκρατία, είναι ένα βήμα προς τα πίσω.
Ολα είναι εξαρτημένα από τις συνθήκες, από τον τόπο κι' από το χρόνο.
Είναι φανερό πως χωρίς αυτή την ιστορική αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων, η ύπαρξη και η τελειοποίηση της επιστήμης της ιστορίας είναι αδύνατη. Μόνο μια τέτοια αντίληψη προφυλάγει την επιστήμη της ιστορίας από το να καταντήσει ένα χάος συμπτώσεων και ένας σωρός από παράλογα λάθη.
Ας εξακολουθήσουμε. Αν είναι αλήθεια πως ο κόσμος κινείται και εξελίσσεται αιώνια, αν είναι αλήθεια ότι η εξαφάνιση του παλιού και η γέννηση του νέου είναι νόμος της εξέλιξης, είναι φανερό ότι δεν υπάρχουνε κοινωνικά καθεστώτα «αμετάβλητα», και «αρχές αιώνιες» ατομικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης. Οτι δεν υπάρχουν «αιώνιες αρχές» υποταγής των αγροτών στους γαιοκτήμονες, των εργατών στους κεφαλαιοκράτες.
Κατά συνέπεια, το καπιταλιστικό καθεστώς μπορεί ν' αντικατασταθεί με το σοσιαλιστικό καθεστώς, όπως, στον καιρό του, το καπιταλιστικό καθεστώς αντικατάστησε το φεουδαρχικό.
Κατά συνέπεια, πρέπει να βασίζουμε τη δράση μας όχι στα κοινωνικά στρώματα που σταματήσανε να εξελίσσονται, ακόμα κι' αν αυτά αντιπροσωπεύουνε τη στιγμή αυτή τη δύναμη πού δεσπόζει, αλλά στα κοινωνικά στρώματα που εξελίσσονται και που έχουνε μέλλον, ακόμα κι’ αν τη στιγμή αυτή, δεν αντιπροσωπεύουνε τη δύναμη που κυριαρχεί.
Στα 1880 -1890, την εποχή του αγώνα των μαρξιστών ενάντια στους «ποπουλιστές», το προλεταριάτο τής Ρωσίας ήτανε μια πολύ μικρή μειοψηφία μπροστά στη μάζα των χωρικών, που σκέφτονταν ατομικά και που αποτελούσανε τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού. Σαν τάξη κοινωνική όμως, το προλεταριάτο αναπτύσσονταν, ενώ η αγροτιά, σαν κοινωνική τάξη, πάθαινε διαρροή. Κι’ ακριβώς γι’ αυτό, γιατί το προλεταριάτο αναπτύσσονταν, οι μαρξιστές βασίσανε τη δράση τους απάνω του. Γι’ αυτό δε γελαστήκανε, αφού είναι γνωστό ότι το προλεταριάτο, που δεν ήτανε παρά μια δύναμη ασήμαντη, έγινε κατόπι μια ιστορική και πολιτική δύναμη πρώτης σειράς.
Κατά συνέπεια, για να μην κάνουμε λάθη στην πολιτική, πρέπει να βλέπουμε προς τα μπρος και όχι προς τα πίσω.
Ας εξακολουθήσουμε. Αν είναι αλήθεια πως το πέρασμα από τις αργές ποσοτικές αλλαγές σε απότομες και γρήγορες ποιοτικές αλλαγές είναι ένας νόμος της εξέλιξης, είναι φανερό ότι οι επαναστάσεις που έγιναν από τις καταπιεζόμενες τάξεις αποτελούν ένα φαινόμενο απόλυτα φυσικό, αναπόφευκτο.
Κατά συνέπεια, το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό και η απελευθέρωση της εργατικής τάξης από την καπιταλιστική σκλαβιά μπορούνε να πραγματοποιηθούνε, όχι με αργές αλλαγές, όχι με μεταρρυθμίσεις, αλλά μόνο με μια ποιοτική αλλαγή του καπιταλιστικού καθεστώτος, με την επανάσταση.
Κατά συνέπεια, για να μην κάνει κανείς λάθος στην πολιτική, πρέπει να είναι επαναστάτης και όχι ρεφορμιστής (μεταρρυθμιστής).
Αν είναι αλήθεια πως η ανάπτυξη γίνεται με το φανέρωμα των εσωτερικών αντιθέσεων, με τη σύγκρουση των αντιθέτων δυνάμεων, με βάση τους τις εσωτερικές αυτές αντιθέσεις, σύγκρουση προορισμένη να τις ξεπεράσει, είναι φανερό πως η ταξική πάλη του προλεταριάτου είναι φαινόμενο ολότελα φυσικό, αναπόφευκτο.
Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να σκεπάζουμε τις αντιθέσεις του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος, αλλά να τις φανερώνουμε και να τις ξεσκεπάζουμε διάπλατα, όχι να καταπνίγουμε την πάλη των τάξεων, αλλά να την οδηγούμε ως το τέλος.
Για να μην κάνει κανείς λάθη στην πολιτική, πρέπει ν' ακολουθεί πολιτική προλεταριακή ταξική, αδιάλλακτη, κι' όχι ρεφορμιστική, όχι δηλαδή, πολιτική εναρμόνισης των προλεταριακών συμφερόντων με τα αστικά συμφέροντα, όχι συμβιβαστική πολιτική «ολοκλήρωσης» του καπιταλισμού μέσα στο σοσιαλισμό.
Να, λοιπόν, τι διδάσκει η μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος όταν εφαρμόζεται στην κοινωνική ζωή, στην ιστορία της κοινωνίας.
Ό μαρξιστικός φιλοσοφικός ματεριαλισμός, με τη σειρά του, είναι από την ίδια του τη βάση το αντίθετο ακριβώς του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.
2ο) Ό μαρξιστικός φιλοσοφικός ματεριαλισμός (υλισμός) έχει τα εξής θεμελιώδη χαρακτηριστικά:
Α) Αντίθετα από τον ιδεαλισμό, που θεωρεί τον κόσμο σαν την ενσάρκωση της «απόλυτης Ιδέας», του «παγκόσμιου πνεύματος», της «συνείδησης», ο φιλοσοφικός ματεριαλισμός του Μαρξ ξεκινάει από αυτήν εδώ την αρχή: ο κόσμος, απ’ την ίδια του τη φύση, είναι υλικός, τα πάμπολλα φαινόμενα του σύμπαντος είναι οι διάφορες εκδηλώσεις της ύλης, που βρίσκεται σε κίνηση. Οι σχέσεις και οι αλληλοεπιδράσεις των φαινομένων, αποκαταστημένες με τη διαλεκτική μέθοδο, αποτελούν τους απαραίτητους νόμους της εξέλιξης της ύλης, πού βρίσκεται σε κίνηση. Κι' ακόμα: ο κόσμος εξελίσσεται σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης της ύλης και δεν έχει ανάγκη από κανένα «παγκόσμιο πνεύμα».
'Η ματεριαλιστική αντίληψη του κόσμου, λέει ο Εγκελς, σημαίνει απλούστατα την αντίληψη της φύσης όπως ακριβώς είναι, χωρίς καμιά ξένη προσθήκη.
Σχετικά με τη ματεριαλιστική αντίληψη του αρχαίου φιλόσοφου Ηράκλειτου, για τον οποίο ο κόσμος είναι ένας, δεν δημιουργήθηκε από κανένα θεό ούτε από κανένα άνθρωπο, ήτανε, είναι και θα είναι μια φλόγα αιώνια ζωντανή, που φουντώνει και σβήνει σύμφωνα με καθορισμένους νόμους, ο Λένιν γράφει:
Υπέροχη έκθεση των αρχών του διαλεκτικού ματεριαλισμού.
Β) Αντίθετα από τον ιδεαλισμό, που βεβαιώνει πως μόνο η συνείδηση μας υπάρχει πραγματικά, ότι ο υλικός κόσμος, το ον, η φύση δεν υπάρχουνε παρά μόνο στη συνείδηση μας, στα αισθήματα μας, στις παραστάσεις, στην αντίληψη μας, ο μαρξιστικός φιλοσοφικός ματεριαλισμός ξεκινάει από την αρχή ότι η ύλη, η φύση, το ον είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, που υπάρχει ανεξάρτητα και έξω από τη συνείδηση. Οτι η ύλη είναι ένα πρώτο δεδομένο γιατί είναι η πηγή των αισθημάτων, των παραστάσεων, της συνείδησης, ενώ η συνείδηση είναι ένα δεύτερο δεδομένο, παράγωγο, γιατί είναι η αντανάκλαση της ύλης, του όντος. Οτι η σκέψη είναι ένα προϊόν της ίλης, όταν η ύλη στην εξέλιξη της φτάνει σ' ένα ψηλό βαθμό τελειότητας, και πιο λιανά: η σκέψη είναι προϊόν του μυαλού, και το μυαλό είναι το όργανο της σκέψης. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε κανείς να χωρίσει τη σκέψη από την ύλη, χωρίς να κινδυνέψει να πέσει σε λάθος πολύ χοντρό.
Το ζήτημα της σχέσης, που υπάρχει ανάμεσα στη σκέψη και στο ον, ανάμεσα στο πνεύμα και στη φύση, λέει ο Εγκελς, είναι το υπέρτατο ζήτημα κάθε φιλοσοφίας... Συμφωνά με την απάντηση πού δίνανε στο ζήτημα αυτό, οι φιλόσοφοι χωρίζονταν σε δυο μεγάλα στρατόπεδα. Αυτοί πού βεβαιώνανε πως το πνεύμα υπάρχει πριν από τη φύση, αποτελούσανε το στρατόπεδο του ιδεαλισμού. Οι άλλοι, που θεωρούσανε πως η φύση υπήρχε πριν, ανήκανε στις διάφορες σχολές του ματεριαλισμοϋ. Και πιο πέρα:
Ό υλικός κόσμος, που είναι αντιληπτός με τις αισθήσεις, όπου ανήκουμε εμείς οι ίδιοι, είναι η μόνη πραγματικότητα... Ή συνείδηση μας και η σκέψη μας, όσο κι' αν φαίνονται υπέροχες, δεν είναι παρά τα προϊόντα ενός οργάνου καμωμένου από ύλη, που ανήκει στο σώμα μας, του μυαλού... Ή ύλη δεν είναι προϊόν του πνεύματος, αλλά το ίδιο το πνεύμα δεν είναι παρά το ανώτερο προϊόν της ύλης. Σχετικά με το πρόβλημα της ύλης και της σκέψης, ο Μαρξ γράφει :
Δε θα μπορούσε κανείς να χωρίσει τη σκέψη από τη σκεπτόμενη ύλη. Ή ύλη αύτη είναι το υπόστρωμα όλων των αλλαγών πού γίνονται
Στον ορισμό πού δίνει για τον μαρξιστικό φιλοσοφικό ματεριαλισμό, ο Λένιν εκφράζεται μ' αυτά τα λόγια :
Ό ματεριαλισμός παραδέχεται, κατά τρόπο γενικό, ότι το πραγματικό αντικειμενικό ον (η ύλη) είναι ανεξάρτητο από τη συνείδηση, από τα αισθήματα κι' από την πείρα... Ή συνείδηση δεν είναι παρά η αντανάκλαση του όντος, στην καλλίτερη περίπτωση μια αντανάκλαση περίπου σωστή (πλήρη, με ιδεώδη ακρίβεια). Και αλλού γράφει:
α'.) Ή ύλη είναι αυτό που ενεργώντας πάνω στα όργανα των αισθήσεων μας, παράγει τα αισθήματα. Η ύλη είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που μεταφέρεται απ’ τα αισθήματα μας... Ή ύλη, η φύση, το ον, το φυσικό είναι το δεδομένο το πρώτο, ενώ το πνεύμα, η συνείδηση, τα αισθήματα, το ψυχικό είναι το διδόμενο το δεύτερο
β) Ή εικόνα του κόσμου είναι μια εικόνα που δείχνει πως κινείται η ύλη και πως η «ύλη σκέφτεται
γ') Το μυαλό είναι το όργανο της σκέψης
Γ) Αντίθετα από τον Ιδεαλισμό που αμφισβητεί τη δυνατότητα της γνώσης του κόσμου και των νόμων του, που δεν πιστεύει στην αξία των γνώσεων μας, που δεν αναγνωρίζει την αντικειμενική αλήθεια και θεωρεί τον κόσμο γεμάτο πράματα που υπάρχουνε ανεξάρτητα από κάθε τι τριγύρω, «αυτά καθ' έαυτά», που δε μπορούν ποτέ να κατανοηθούν από την επιστήμη, ο μαρξιστικός φιλοσοφικός ματεριαλισμός ξεκινάει από αυτή την αρχή: Ο κόσμος και οι νόμοι του μπορούν πολύ καλά να κατανοηθούν Η γνώση μας των νόμων της φύσης επικυρωμένη από την πείρα, από την πρακτική, είναι γνώση έγκυρη κ' έχει την έννοια αντικειμενικής αλήθειας. Δεν υπάρχουν στον κόσμο πράματα που είναι αδύνατο να γνωρίσουμε, παρά μονάχα πράματα πού είναι ακόμα άγνωστα και που θ' ανακαλυφθούν και θα τα γνωρίσουμε με τα μέσα της επιστήμης και της πρακτικής.
Ό Εγκελς κατακρίνει τη θέση του Καντ και των άλλων ιδεαλιστών, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος και τα πράματα, που υπάρχουν «αυτά καθ εαυτά», είναι αδύνατο να γνωσθούνε και υποστηρίζει τη γνωστή ματεριαλιστική θέση, σύμφωνα με την οποία οι γνώσεις μας είναι έγκυρες. Και γράφει πάνω σ' αυτό το ζήτημα:
Ή πιο αποφασιστική ανασκευή αυτής τής αλλόκοτης φιλοσοφικής ιδιοτροπίας, όπως άλλωστε κι’ όλων των άλλων, είναι η πρακτική, και μάλιστα η πείρα και η βιομηχανία. Εάν μπορούμε να αποδείξουμε την ορθότητα της αντίληψης που έχουμε για ένα φυσικό φαινόμενο δημιουργώντας το εμείς οι ίδιοι, παράγοντας το με τη βοήθεια των ίδιων των δικών του συνθηκών, και, αυτό που σημαίνει πιότερο, βάζοντας το στην εξυπηρέτηση των σκοπών μας, όλα αυτά τα ακατανόητα «αυτά καθ' εαυτά» του Καντ παίρνουνε τέλος.
Οι χημικές ουσίες που παράγονται μέσα στους οργανισμούς των φυτών και των ζώων ήτανε πράματα «καθ' εαυτά», ώσπου η οργανική χημεία βάλθηκε να τις παρασκευάζει τη μια μετά απ’ την άλλη. Με τον τρόπο αυτό, το «αυτό καθ’ εαυτό» έγινε: αυτό για μας, όπως, π.χ., η χρωματική ύλη του ριζαριοϋ η άλιζαρίνη, που δεν την παίρνουμε πια από τις ρίζες του ριζαριού που καλλιεργείται στα χωράφια, αλλά που την βγάζουμε, με πιο λίγα έξοδα και πολύ πιο άπλα, από την πίσσα τον γαιάνθρακα. Το ηλιακό σύστημα του Κόπερνικ, τρακόσα χρόνια, ήτανε μια υπόθεση για την οποία μπορούσανε να στοιχηματίζουνε με εκατό, με χίλια, με δέκα χιλιάδες προς ένα, αλλά, παρ' όλ' αυτά, ήτανε μια υπόθεση. Οταν όμως ο Λεβερριέ, με τη βοήθεια αριθμών που πέτυχε, χάρη στο σύστημα αυτό, υπολόγισε όχι μονάχα την ανάγκη της ύπαρξης ενός άγνωστου πλανήτη, μα και το μέρος όπου ο πλανήτης αυτός έπρεπε να βρίσκεται, μέσα στο ουράνιο διάστημα, κι' όταν, αργότερα, ο Γκάλλε τον ανακάλυψε πραγματικά, το σύστημα του Κόπερνικ αποδείχθηκε.
Ό Λένιν κατηγορεί για φιντεϊσμό τον Μπογκντάνωφ, τον Μπαζαρώφ, τον Ίουσκέβιτς και τους άλλους οπαδούς του Μαχ. Υπερασπίζει την πολύ γνωστή ματεριαλιστική θέση, σύμφωνα με την οποία οι επιστημονικές μας γνώσεις των νόμων της φύσης είναι έγκυρες και οι επιστημονικοί νόμοι είναι αντικειμενικές αλήθειες. Και λέει σχετικά :
Ό σύγχρονος φιντεϊσμός δεν απορρίπτει καθόλου την επιστήμη. Απορρίπτει μόνο τους «υπερβολικούς ισχυρισμούς», μ' άλλα λόγια, τον ισχυρισμό της ανακάλυψης της αντικειμενικής αλήθειας. Αν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια (όπως φρονούν οι ματεριαλιστές), αν οι φυσικές επιστήμες αντανακλώντας τον εξωτερικό κόσμο στην ανθρώπινη «πείρα», είναι οι μόνες ικανές για να μας δώσουνε την αντικειμενική αλήθεια, κάθε φιντεϊσμός πρέπει απόλυτα ν’ απορριφθεί. Αυτά, με λίγα λόγια, είναι τα χαρακτηριστικά του μαρξιστικού φιλοσοφικού υλισμού. Εύκολα μπορεί κανείς ν' αντιληφθεί τη μεγάλη σημασία που παίρνει η προέκταση των αρχών του φιλοσοφικού ματεριαλισμού στη μελέτη της κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της ιστορίας της κοινωνίας. Καταλαβαίνει κανείς τη μεγάλη σημασία της εφαρμογής των αρχών αυτών στην ιστορία της κοινωνίας, στην πρακτική δράση του κόμματος του προλεταριάτου. Αν είναι αλήθεια πως η σύνδεση των φαινόμενων της φύσης και η αλληλοεπίδραση τους είναι νόμοι απαραίτητοι της εξέλιξης της φύσης, επόμενο είναι πως και η αλληλοεπίδραση και η σύνδεση των φαινόμενων της κοινωνικής ζωής δεν είναι συμπτώσεις, άλλα νόμοι αναγκαίοι της κοινωνικής εξέλιξης.
Κατά συνέπεια, η κοινωνική ζωή, η ιστορία της κοινωνίας, παύει να είναι συσσώρευση «συμπτώσεων», γιατί η ιστορία της κοινωνίας γίνεται μια αναγκαία εξέλιξη της κοινωνίας και η μελέτη τής ιστορίας της κοινωνίας γίνεται επιστήμη.
Κατά συνέπεια, η πραχτική δράση του κόμματος του προλεταριάτου πρέπει να βασίζεται, όχι πάνω στους αξιέπαινους πόθους των «εκλεχτών ατομικοτήτων», στις απαιτήσεις της «λογικής», της «παγκόσμιας ηθικής», και στα ρέστα, αλλά, πάνω στους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης, στη μελέτη των νόμων αυτών.
Αν είναι αλήθεια ότι ο κόσμος μπορεί να γνωσθεί και ότι η γνώση μας των νόμων της εξέλιξης της φύσης είναι γνώση έγκυρη, που έχει τη σημασία μιας αλήθειας αντικειμενικής, είναι επόμενο ότι η κοινωνική ζωή, ότι η εξέλιξη της κοινωνίας μπορούνε κι αυτές να γνωριστούνε και ότι τα δεδομένα της επιστήμης σχετικά με τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης είναι δεδομένα έγκυρα, που σημαίνουν αντικειμενικές αλήθειες.
Κατά συνέπεια, η επιστήμη της ιστορίας της κοινωνίας, παρ' όλο που τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής είναι πολύπλοκα, μπορεί να γίνει μια επιστήμη τόσο σωστή, όσο και η βιολογία π. χ., και ικανή να κάνει τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης χρήσιμους για πραχτικές εφαρμογές.
Το κόμμα του προλεταριάτου, στην πραχτική του δράση, δεν πρέπει να εμπνέεται από οποιοδήποτε κι' αν είναι, τυχαίο αίτιο, αλλά από τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης κι' από τα πραχτικά συμπεράσματα, που βγαίνουν από τους νόμους αυτούς.
Κατά συνέπεια, από κει που άλλοτε, ο σοσιαλισμός ήταν ένα όνειρο για ένα καλλίτερο μέλλον τής ανθρωπότητας, γίνεται, τώρα, μια επιστήμη.
Η σχέση ανάμεσα στην επιστήμη και στην πραχτική δράση, ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη, η ενότητα τους, πρέπει να γίνει το καθοδηγητικό αστέρι του κόμματος του προλεταριάτου.
Αν είναι αλήθεια πως η φύση, το ον, ο υλικός κόσμος είναι το πρώτο δεδομένο, ενώ η συνείδηση, η σκέψη είναι το δεύτερο δεδομένο, το παράγωγο, αν είναι αλήθεια ότι ο υλικός κόσμος είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, που υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδηση των ανθρώπων, ενώ η συνείδηση είναι μια αντανάκλαση αυτής της πραγματικότητας της αντικειμενικής, τότε, είναι επόμενο πως η υλική ζωή της κοινωνίας, το ον της (το είναι της), είναι το πρώτο δεδομένο, ενώ η πνευματική της ζωή είναι δεύτερο δεδομένο, παράγωγο. Κι' ακόμα βγαίνει πως η υλική ζωή της κοινωνίας είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, που υπάρχει ανεξάρτητα από τη θέληση του άνθρωπου, ενώ η πνευματική ζωή της κοινωνίας είναι αντανάκλαση αυτής της αντικειμενικής πραγματικότητας, μια αντανάκλαση του όντος.
Πρέπει ν' αναζητάμε την πηγή της πνευματικής ζωής της κοινωνίας, την καταγωγή των κοινωνικών ιδεών, των κοινωνικών θεωριών, των πολιτικών ιδεολογιών, των πολιτικών θεσμών, όχι μέσα στις ίδιες τις ιδέες, στις θεωρίες, στις ιδεολογίες και στους θεσμούς, αλλά μέσα στις συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας, μέσα στο κοινωνικό ον, που αντανακλά αυτές τις ιδέες, θεωρίες, ιδεολογίες κ.λ.π.
Εάν στις διάφορες περίοδες της ιστορίας της κοινωνίας παρατηρεί κανείς διάφορες κοινωνικές ιδέες και θεωρίες, διάφορες ιδεολογίες και θεσμούς πολιτικούς, εάν, κάτω από το καθεστώς της σκλαβιάς, βρίσκομε τέτοιες ιδέες και θεωρίες κοινωνικές, τέτοιες ιδεολογίες και τέτοιους θεσμούς πολιτικούς, ενώ στην περίοδο του φεουδαρχισμού συναντούμε άλλες, και στην περίοδο του καπιταλισμού άλλες πάλι, αυτό δεν εξηγείται από τη «φύση» η από «αυτές καθ' εαυτές» τις ιδέες, θεωρίες, ιδεολογίες, αλλά από τις διάφορες συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας στις διαφορετικές περίοδες της κοινωνικής εξέλιξης.
Το ον της κοινωνίας, οι συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας, να τι καθορίζει τις ιδέες, τις θεωρίες, τις πολιτικές ιδεολογίες και τους πολιτικούς θεσμούς της κοινωνίας.
Σχετικά μ' αυτό, ό Μαρξ έγραψε :
Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την υπόσταση τους, άλλα το αντίθετο, η κοινωνική τους υπόσταση είναι που καθορίζει τη .συνείδηση τους.
Κατά συνέπεια, για να μην κάνει κανείς λάθη στην πολιτική, για να μην αφήνεται σε όνειρα κούφια, το κόμμα του προλεταριάτου πρέπει να βασίζει τη δράση του, όχι στις αφηρημένες «αρχές της ανθρώπινης λογικής», αλλά πάνω στις συγκεκριμένες συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας, που είναι η αποφασιστική δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Οχι στους αξιέπαινους πόθους των «μεγάλων ανδρών», αλλά στις πραγματικές ανάγκες τής εξέλιξης τής υλικής ζωής της κοινωνίας.
Ή κατάντια των ουτοπιστών, ακόμα και των ποπουλιστών, των αναρχικών και των σοσιαλεπαναστατών, εξηγείται, ανάμεσα στα άλλα, κ’ από το γεγονός που δεν αναγνωρίζανε τον πρωταρχικό ρόλο των συνθηκών της υλικές ζωής της κοινωνίας στην εξέλιξη της κοινωνίας. Πέφτοντας στον ιδεαλισμό, βασίζανε την πραχτική τους δράση, όχι πάνω στις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, αλλά, ανεξάρτητα κ' ενάντια στις ανάγκες αυτές, πάνω σε «ιδεώδη πλάνα» και σε «παγκόσμια σχέδια», άσχετα με την πραγματική ζωή της κοινωνίας.
Αυτό ποy κάνει τη δύναμη και τη ζωντάνια του μαρξισμού-λενινισμού είναι το ότι, στην πραχτική του δράση, στηρίζεται με ακρίβεια στις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, χωρίς ποτέ ν' απομακρύνεται από την πραγματική ζωή της κοινωνίας.
Απ’ αυτό που λέει ο Μαρξ, ωστόσο, δεν βγαίνει πως οι ιδέες και οι θεωρίες, οι κοινωνικές, οι ιδεολογίες και οι θεσμοί, οι πολιτικοί, δεν έχουνε σημασία στην κοινωνική, ζωή. Πως, αντίστροφα, κι' αυτές δεν ενεργούνε πάνω στην κοινωνική υπόσταση, πάνω στην εξέλιξη των υλικών συνθηκών της κοινωνικής ζωής. Μέχρι δω μιλήσαμε μόνο για την καταγωγή των κοινωνικών ιδεών και των κοινωνικών θεωριών, των πολιτικών ιδεολογιών και των πολιτικών θεσμών, μιλήσαμε μόνο για την εμφάνιση τους. Είπαμε πως η πνευματική ζωή της κοινωνίας είναι μια αντανάκλαση των συνθηκών της υλικής ζωής. Άλλα ό,τι άφορα τη σημασία αυτών των κοινωνικών ιδεών και κοινωνικών θεωριών, αυτών των πολιτικών ιδεολογιών και των πολιτικών θεσμών, ό,τι άφορα το ρόλο τους στην ιστορία. Ο ιστορικός υλισμός κάθε άλλο παρά τον αρνιέται, κι' αντίθετα, υπογραμμίζει το ρόλο τους, το σημαντικό και τη σημασία τους τη μέγιστη στην κοινωνική ζωή, στην ιστορία της κοινωνίας.
Οι ιδέες και οι θεωρίες οι κοινωνικές διαφέρουνε. 'Έχει παλιές ιδέες και θεωρίες, που κάνανε τα χρόνια τους και που εξυπηρετούνε τα συμφέροντα των δυνάμεων της κοινωνίας που πεθαίνουνε. Ή σημασία τους είναι το ότι φρενάρουνε την εξέλιξη της κοινωνίας, την πρόοδο της. Εχει ιδέες και θεωρίες καινούργιες, πρωτοποριακές, που εξυπηρετούνε τα συμφέροντα των πρωτοποριακών δυνάμεων της κοινωνίας. Ή σημασία τους είναι το ότι ευκολύνουνε την εξέλιξη της κοινωνίας, την πρόοδο της.
Κι’ αυτό, που έχει πιότερη σημασία, είναι το ότι παίρνουν τόσο περισσότερη σημασία, όσο πιο πιστά αντανακλούνε τις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας.
Οι καινούργιες κοινωνικές ιδέες και θεωρίες δεν προβάλλουνε παρά μόνο όταν η εξέλιξη της υλικής ζωής της κοινωνίας έχει βάλει νέα καθήκοντα μπροστά στην κοινωνία. Άλλα μια και προβάλλουνε, γίνονται δύναμη εξαιρετικής σημασίας, που ευκολύνει την εκπλήρωση των νέων καθηκόντων, που βάζει μπροστά στην κοινωνία η εξέλιξη της υλικής ζωής της κοινωνίας. Ευκολύνουνε την πρόοδο της κοινωνίας. Κ' είναι αυτή τη στιγμή, ακριβώς, που εμφανίζεται όλη η σημασία του οργανωτικού, επιστρατευτικού και μεταμορφωτικού ρόλου των καινούργιων ιδεών και θεωριών, των νέων πολιτικών ιδεολογιών και θεσμών. Στην πραγματικότητα, εάν νέες ιδέες και θεωρίες προβάλουνε, πάει να πει, ακριβώς, πως είναι απαραίτητες στην κοινωνία, γιατί δίχως την οργανωτική, την επιστρατευτική και τη μεταμορφωτική τους ενέργεια, η λύση των επιτακτικών προβλημάτων που φέρνει μαζί της η εξέλιξη της υλικής ζωής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Προκαλούμενες από τα καινούργια καθήκοντα, που βάζει μπροστά στην κοινωνία η εξέλιξη της υλικής ζωής της κοινωνίας, οι καινούργιες κοινωνικές ιδέες και θεωρίες χαράζουν ένα δρόμο, γίνονται κληρονομιά των λαϊκών μαζών, που τις κινητοποιούνε και τις οργανώνουν ενάντια στις δυνάμεις της κοινωνίας πού πεθαίνουνε, ευκολύνοντας μ' αυτό τον τρόπο την ανατροπή των δυνάμεων αυτών που φρενάρουνε την ανάπτυξη της υλικής ζωής της κοινωνίας.
Μ' αυτό τον τρόπο είναι που, προκαλούμενες από τα επιτακτικά καθήκοντα της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, της εξέλιξης της κοινωνικής υπόστασης, οι ιδέες και οι θεωρίες, οι θεσμοί, οι πολιτικοί, ενεργούν, κατόπι, οι ίδιοι πάνω στην κοινωνική υπόσταση, πάνω στην υλική ζωή της κοινωνίας, δημιουργώντας τις αναγκαίες συνθήκες για τη λύση των επιτακτικών προβλημάτων της υλικής ζωής της κοινωνίας, για να κάνουνε δυνατή την κατοπινή της εξέλιξη.
Ό Μαρξ είπε σχετικά μ' αυτό : Ή θεωρία γίνεται δύναμη υλική μόλις αγκαλιάσει τις μάζες. Κατά συνέπεια, για να έχει τη δυνατότητα να επιδράσει πάνω στις συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας και για να κάνει πιο γρήγορη την εξέλιξη της, το κόμμα του προλεταριάτου πρέπει να στηρίζεται σε μια κοινωνική θεωρία, σε μια κοινωνική ιδέα που να ερμηνεύει ακριβώς τις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, κ' ύστερα, νάναι ικανή να βάλει σε κίνηση τις μεγάλες λαϊκές μάζες, ικανή να τις κινητοποιήσει.
Ή κατάντια των «οικονομιστών» και των μενσεβίκων εξηγείται, ανάμεσα στα άλλα, κι' από το γεγονός που δεν αναγνωρίζανε τον επιστρατευτικό, οργανωτικό και μεταμορφωτικό ρόλο της πρωτοποριακής θεωρίας, της πρωτοποριακής ιδέας. Πεσμένοι στον κοινό ματεριαλισμό κατεβάζανε το ρόλο αυτόν περίπου στο μηδέν. Γι' αυτό καταδικάζανε το Κόμμα λέγοντας πως αδρανούσε και φυτοζωούσε.
Αυτό που κάνει τη δύναμη και τη ζωντάνια του μαρξισμού-λενινισμού είναι το ότι στηρίζεται σε μια θεωρία πρωτοποριακή, που αντανακλά ακριβώς τις ανάγκες της ανάπτυξης της υλικής ζωής και της κοινωνίας. Είναι το ότι ανεβάζει τη θεωρία στο ψηλό επίπεδο που της ταιριάζει και θεωρεί καθήκον του να χρησιμοποιήσει, πέρα για πέρα, την επιστρατευτική, οργανωτική και μεταμορφωτική δύναμη της.
Κ’ είναι μ' αυτό τον τρόπο που ο ιστορικός υλισμός λύνει το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στο κοινωνικό ον και στην κοινωνική συνείδηση, ανάμεσα στις συνθήκες της εξέλιξης της υλικής ζωής και στην εξέλιξη της πνευματικής ζωής της κοινωνίας.
Ενα ζήτημα απομένει να διευκρινίσουμε : τι πρέπει να εννοούμε, σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό, μ' αυτές τις «συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας», που, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζουνε τη φυσιογνωμία της κοινωνίας, τις ιδέες της, τις ιδεολογίες της, τους θεσμούς της τους πολιτικούς κ.λ.π ;
Τι είναι αυτές οι «συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας»; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα;
Είναι βέβαιο πως η έννοια «συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας» περιέχει, πρώτ' απ’ όλα, τη φύση που περιτριγυρίζει την κοινωνία, το γεωγραφικό περιβάλλον, που είναι μια από τις απαραίτητες και διαρκείς συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας και που είναι φανερό, επιδρά στην εξέλιξη τής κοινωνίας. Ποιος ο ρόλος του γεωγραφικού περιβάλλοντος στην κοινωνική εξέλιξη; Γιατί νάναι το γεωγραφικό περιβάλλον η κύρια δύναμη που καθορίζει τη φυσιογνωμία της κοινωνίας, το χαρακτήρα του κοινωνικού καθεστώτος των ανθρώπων, το πέρασμα από ένα καθεστώς σε άλλο;
Σ' αυτη την ερώτηση ο ιστορικός υλισμός απαντάει αρνητικά.
Το γεωγραφικό περιβάλλον είναι αναμφισβήτητα μια από τις διαρκείς και απαραίτητες συνθήκες της εξέλιξης της κοινωνίας, και είναι φανερό πως επιδρά στην εξέλιξη:κάνει πιο γρήγορο ή πιο αργό το ρεύμα της κοινωνικής εξέλιξης. Άλλα αυτή η επίδραση δεν είναι προσδιοριστική, γιατί οι αλλαγές και ή εξέλιξη της κοινωνίας πραγματοποιούνται ασύγκριτα πιο γρήγορα από τις αλλαγές και την εξέλιξη του γεωγραφικού περιβάλλοντος. Μέσα σε τρεις χιλιάδες χρόνια, τρία διάφορα κοινωνικά καθεστώτα αντικατασταθήκανε στην Ευρώπη: η πρωτόγονη κομμούνα, η σκλαβιά και η φεουδαρχία. Και προς τ' ανατολικά της Ευρώπης, στο έδαφος της Έ. Σ. Σ. Δ., τέσσερα. Ωστόσο, μέσα στην ίδια περίοδο, οι γεωγραφικές συνθήκες της Ευρώπης ή δέν αλλάξανε καθόλου, ή αλλάξανε τόσο λίγο που κ' οι ίδιοι οι γεωγράφοι αποφεύγουνε να μιλήσουνε σχετικά. Κι' αυτό το καταλαβαίνομε εύκολα. Για να γίνουν αλλαγές τόσο μικρής σημασίας, χρειάζονται εκατομμύρια χρόνια, ενώ αρκούνε μερικές εκατοντάδες χρόνια ή δυο χιλιάδες χρόνια περίπου για να μεσολαβήσουνε αλλαγές, και μάλιστα πολύ σημαντικές, στο κοινωνικό καθεστώς των ανθρώπων.
Απ’ αυτό βγαίνει πως το γεωγραφικό περιβάλλον δεν μπορεί νάναι η κύρια αίτια, η προσδιοριστική αιτία της κοινωνικής εξέλιξης, γιατί αυτό που μένει περίπου αμετάβλητο δεκάδες χιλιάδες χρόνια δεν μπορεί να είναι η κύρια αιτία της εξέλιξης εκείνου που επιδέχεται ριζικές αλλαγές μέσα σε μερικές εκατοντάδες χρόνια.
Είναι βέβαιο πως η αύξηση και η πυκνότητα του πληθυσμού περιέχονται κι' αυτές στην έννοια «συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας», γιατί οι άνθρωποι είναι ένα απαραίτητο στοιχείο των συνθηκών της υλικής ζωής της κοινωνίας και χωρίς ένα ελάχιστο όρο, ένα μίνιμουμ ανθρώπων δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμιά υλική ζωή της κοινωνίας. Ή αύξηση του πληθυσμού δε θα μπορούσε νάτανε η κύρια δύναμη που προσδιορίζει τον χαρακτήρα του κοινωνικού καθεστώτος των ανθρώπων;
Και σ' αυτή την ερώτηση ο ιστορικός υλισμός απαντάει αρνητικά.
Ή αύξηση του πληθυσμού επιδρά, βέβαια, στην κοινωνική εξέλιξη, την διευκολύνει ή την αργοπορεί, αλλά δεν μπορεί να είναι η κύρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Κ' η επίδραση της πάνω στην κοινωνική εξέλιξη δεν μπορεί νάναι προσδιοριστική, γιατί η αύξηση του πληθυσμού, μονάχη της, δεν μας δίνει τη λύση του προβλήματος.
Γιατί το α' κοινωνικό καθεστώς το διαδέχεται ακριβώς το β' καινούργιο κοινωνικό καθεστώς κι' όχι κανένα άλλο; Γιατί την πρωτόγονη κομμούνα τη διαδέχεται, ακριβώς, η σκλαβιά; Τη σκλαβιά, το φεουδαρχικό καθεστώς; Το φεουδαρχικό καθεστώς το διαδέχεται το αστικό και όχι κανένα άλλο καθεστώς;
Αν η αύξηση του πληθυσμού ήταν η δύναμη που καθορίζει την κοινωνική εξέλιξη, μια μεγαλύτερη πυκνότητα του πληθυσμού θάπρεπε να φέρνει αναγκαστικά ένα τύπο ανώτερου κοινωνικού καθεστώτος. Αλλά, στην πραγματικότητα, δε συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Ή πυκνότητα του πληθυσμού στην Κίνα είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι είναι στις Ενωμένες Πολιτείες· κι' όμως οι Ενωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε ανώτερο επίπεδο από την Κίνα, από την άποψη της κοινωνικής εξέλιξης: στην Κίνα κυριαρχεί σήμερα να μισοφεουδαρχικό καθεστώς, ενώ στις Ενωμένες Πολιτείες, από πολύν καιρό, φτάσανε στο ανώτερο στάδιο της καπιταλιστικής εξέλιξης.
Ή πυκνότητα του πληθυσμού στο Βέλγιο είναι δέκα εννέα φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις Ενωμένες Πολιτείες και είκοσι έξη φορές μεγαλύτερη άπ' ό,τι στην Ε.Σ.Σ.Δ. Κι' όμως οι Ενωμένες Πολιτείες βρίσκονται σ' ένα επίπεδο ανώτερο απ’ ό,τι το Βέλγιο, από άποψη κοινωνικής εξέλιξης. Και συγκρίνοντας το με την Ε.Σ.Σ.Δ., το Βέλγιο καθυστερεί ολόκληρη μια ιστορική εποχή: στο Βέλγιο κυριαρχεί το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, ενώ η Ε.Σ.Σ.Δ. τέλειωσε κιόλας με τόν καπιταλισμό, εγκαθίδρυσε το σοσιαλισμό. Από τα παραπάνω βγαίνει ότι η αύξηση του πληθυσμού δεν είναι και δεν μπορεί νάναι η κύρια δύναμη της εξέλιξης της κοινωνίας, η δύναμη που καθορίζει το χαρακτήρα του κοινωνικού καθεστώτος, τη φυσιογνωμία της κοινωνίας.
Και ποια νάναι, λοιπόν, μέσα στο σύστημα των συνθηκών της υλικής ζωής της κοινωνίας, η κύρια δύναμη που προσδιορίζει τη φυσιογνωμία της κοινωνίας, το χαραχτήρα του κοινωνικού καθεστώτος, την εξέλιξη της κοινωνίας από ένα καθεστώς σ' ένα άλλο;
Ό ιστορικός υλισμός θεωρεί ότι αυτή η δύναμη είναι ο τρόπος της απόχτησης των μέσων για την ύπαρξη, των απαραίτητων μέσων για τη ζωή των ανθρώπων, ο τρόπος της παραγωγής των υλικών αγαθών: της τροφής, των ρούχων, των παπουτσιών, της στέγης, της καύσιμης ύλης, των οργάνων παράγωγης κ.λ.π., των αγαθών που είναι απαραίτητα για να μπορέσει να ζήσει και να εξελιχτεί η κοινωνία.
Για να ζήσει κανείς χρειάζεται τροφή, ρούχα, παπούτσια, σπίτι, καύσιμη ΰλη κ.λ,π. Για νάχει αυτά τα υλικά αγαθά πρέπει να τα παράγει. Και για να τα παράγει πρέπει νάχει τα όργανα της παραγωγής, που με τη βοήθεια τους οι άνθρωποι παράγουνε την τροφή, τα ρούχα. τα παπούτσια, το σπίτι, την καύσιμη ύλη κ.λ.π. Πρέπει να ξέρει κανείς να παράγει αυτά τα όργανα, πρέπει να ξέρει να τα χρησιμοποιεί.
Τα όργανα της παραγωγής, που με τη βοήθεια τους παράγονται τα υλικά αγαθά, οι άνθρωποι, που μεταχειρίζονται αυτά τα όργανα της παραγωγής και παράγουνε τα υλικά αγαθά χάρη σε κάποια πείρα παραγωγής και χάρη στις συνήθειες της δουλειάς, νάτα τα στοιχεία, που, παρμένα όλα μαζί, κάνουνε τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.
Άλλα οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι παρά μια άποψη της παραγωγής, μια άποψη του τρόπου της παραγωγής, άποψη που δείχνει τον τρόπο, το φέρσιμο, των ανθρώπων μπροστά στ' αντικείμενα και στις δυνάμεις της φύσης, που χρησιμοποιούνε για την παραγωγή των υλικών αγαθών. Ή άλλη άποψη της παραγωγής, η άλλη άποψη του τρόπου της παραγωγής είναι οι σχέσεις των ανθρώπων αναμεταξύ τους, μέσα στο «προτσές» της παραγωγής, οι σχέσεις παραγωγής ανάμεσα στους ανθρώπους.
Στην πάλη τους με τη φύση, που την εκμεταλλεύονται για την παραγωγή των υλικών αγαθών, οι άνθρωποι δεν είναι απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον, δεν είναι άτομα ξέχωρα. Γι' αυτό, κάτω απ’ οποιεσδήποτε συνθήκες, η παραγωγή είναι κοινωνική παραγωγή. Στην παραγωγή των υλικών αγαθών, οι άνθρωποι αποκατασταίνουν αναμεταξύ τους σχέσεις παραγωγής. Οι σχέσεις αυτές μπορούν νάναι σχέσεις συνεργασίας και αλληλοβοήθειας ανάμεσα στους ελεύθερους από κάθε εκμετάλλευση ανθρώπους. Μπορούνε νάναι σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής. Τέλος, μπορούνε νάναι σχέσεις μετάβασης από μια μορφή σχέσεων παραγωγής σε μιαν άλλη. Άλλα οποιοσδήποτε κι' αν είναι ο χαρακτήρας που κρύβουνε οι σχέσεις παραγωγής, οι σχέσεις αυτές είναι πάντοτε, κάτω από όλα τα καθεστώτα, στοιχείο απαραίτητο της παραγωγής, όσο κ' οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.
Στην παραγωγή, λέει ο Μαρξ, οι άνθρωποι δεν ενεργούνε μόνο πάνω ατή φύση. άλλα και αναμεταξύ τους. Παράγουν μονάχα συνεργαζόμενοι μ' ένα τρόπο καθορισμένο και ανταλλάσσοντας, αναμεταξύ τους, τις ενέργειες τους. Για να παράγουνε, αποχτούνε σχέσεις αναμεταξύ τους καθορισμένες και μόνο μέσα στα όρια αυτών των σχέσεων των κοινωνικών πραγματοποιείται η ενέργεια τους πάνω στη φύση, που γίνεται η παραγωγή. Απ’ αυτά βγαίνει πώς ή παραγωγή, ο τρόπος παραγωγής, αγκαλιάζει τόσο τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, όσο και τις σχέσεις παραγωγής ανάμεσα στους ανθρώπους, και είναι η ενσάρκωση της άνωσης τους μέσα στο «προτσές» της παραγωγής των υλικών αγαθών.
Μια από τις ιδιότητες της παραγωγής, η πρώτη, είναι ότι ποτέ δεν σταματάει σ' ένα ορισμένο σημείο για πολύ καιρό, για μια μεγάλη περίοδο. Βρίσκεται πάντα στο δρόμο της αλλαγής και της εξέλιξης. Κι' ακόμα, η αλλαγή του τρόπου παραγωγής φέρνει την αναπόφευκτη αλλαγή ολόκληρου του κοινωνικού καθεστώτος, των κοινωνικών ιδεών, των πολιτικών ιδεολογιών και των πολιτικών θεσμών. Ή αλλαγή του τρόπου παραγωγής προκαλεί τη μεταποίηση όλου του κοινωνικού και του πολιτικού συστήματος. Στους διαφόρους βαθμούς της εξέλιξης, οι άνθρωποι χρησιμοποιούνε διάφορα μέσα παραγωγής, η πιο άπλα, οι άνθρωποι ζούνε ένα είδος ζωής διαφορετικής. Στην περίοδο της πρωτόγονης κομμούνας υπάρχει ένας τρόπος παραγωγής. Κάτω από το καθεστώς της σκλαβιάς ένας άλλος. Κάτω από τη φεουδαρχία, ένας τρίτος και συνέχεια. Το κοινωνικό καθεστώς των ανθρώπων, η πνευματική τους ζωή, οι ιδεολογίες τους, οι πολιτικοί τους θεσμοί διαφέρουνε, σύμφωνα με τους τρόπους παραγωγής.
Ή ίδια η κοινωνία, οι ιδέες της, οι θεωρίες της, οι ιδεολογίες της και οι πολιτικοί θεσμοί της ανταποκρίνονται, ουσιαστικά, στον τρόπο παραγωγής της κοινωνίας.
Μαρξιστική Αρχειοθήκη
Αναζήτηση
Διαβάζουμε...
- Το Κεφάλαιο (επίτομο εκλαϊκευμένο)
- Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος
- Μισθός, τιμή, κέρδος
- Για το κύρος
- Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου
- Η ιστορική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης
- Ουτοπικός και επιστημονικός σοσιαλισμός
Έργα Β.Ι.Λένιν
- Κράτος και Επανάσταση
- Για τον Μαρξ και τον Μαρξισμό
- Θέσεις και εισήγηση για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου
- Τα διδάγματα της Κομμούνας
- Το σύνθημα για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης
- Ο "Αριστερισμός", παιδική αρρώστια του κομμουνισμού
- Τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας (προς τους φοιτητές)
Έργα Ι.Β. Στάλιν
- Λενινισμός στη θεωρία και την πράξη
- Διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός
- Αναρχισμός ή σοσιαλισμός;
- Το Κόμμα και η εργατική τάξη στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου
- Οργανώστε την μαζική κριτική από τα κάτω
- Η σημασία του σταχανοφικού κινήματος
Έργα Μάο Τσετούνγκ
- Για την Πράξη
- Για τις Αντιθέσεις
- Η Νέα Δημοκρατία
- Να βελτιώσουμε το στυλ δουλειάς του κόμματος
- Μια σπίθα μπορεί ν' ανάψει φωτιά στον κάμπο
- Η χρεοκοπία της ιδεαλιστικής αντίληψης της ιστορίας
- Για τον διαλεχτικό υλισμό
- Τέσσερα Φιλοσοφικά δοκίμια
Α.Γκράμσι - Η έννοια της δύναμης
Α.Γκράμσι - Τα τετράδια 17 και 18
Ρ.Λούξεμπουργκ - Αφιέρωμα (+2 βιβλία)
Ν.Μπελογιάννης - Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
E.Γκεβάρα - Πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία
Έργα Ν. Ζαχαριάδη
- Ο Μαρξισμός-Λενινισμός στην Ελλάδα
- Καινούργια κατάσταση, καινούργια καθήκοντα
- Ο κομμουνιστής λαϊκός αγωνιστής, μέλος του ΚΚΕ
