Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Β.Ι. Λένιν - Τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας (προς τους φοιτητές)

Β.Ι. Λένιν - Τα καθήκοντα της επαναστατικής νεολαίας (προς τους φοιτητές)
Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Β.Ι. Λένιν: Ο "Αριστερισμός", παιδική αρρώστια του κομμουνισμού

Λένιν - Αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού (Πολιτικό Καφενείο)
Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Β.Ι. Λένιν - Το σύνθημα για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Στον αριθ. 40 της Sotsial-Demokrat εκθέσαμε ότι μια διάσκεψη των ομάδων του Κομματός μας στο εξωτερικό είχε αποφασίσει να αναβάλει την ερώτηση για το σύνθημα των Ενωμένες Πολιτείες Της Ευρώπης εν αναμονή μιας συζήτησης, στον τύπο, σχετικά με την οικονομική πτυχή του θέματος.

Στη διάσκεψή μας η συζήτηση σχετικά με αυτήν την ερώτηση πήρε έναν καθαρά πολιτικό χαρακτήρα. Ίσως αυτό προκλήθηκε εν μέρει από το Μανιφέστο της Κεντρικής Επιτροπής διατυπώνοντας αυτό το σύνθημα ως ένα ειλικρινές πολιτικό (το άμεσο πολιτικό σύνθημα..., όπως λέει εκεί) όχι μόνο προχώρησε το σύνθημα των δημοκρατικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, αλλά ρητώς υπογράμμισε ότι αυτό το σύνθημα είναι χωρίς νόημα και ψεύτικο "χωρίς την επαναστατική ανατροπή των γερμανικών, αυστριακών και ρωσικών μοναρχιών".

Θα ήταν αρκετά λανθασμένο να αντιτεθεί σε μια τέτοια παρουσίαση της ερώτησης μέσα στα όρια μιας πολιτικής αξιολόγησης αυτού του συνθήματος -π.χ., για να συζητήσει πως κρύβει ή αποδυναμώνει, κ.λπ., το σύνθημα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι πολιτικές αλλαγές μιας αληθινά δημοκρατικής φύσης, και ειδικά οι πολιτικές επαναστάσεις, δεν μπορούν κάτω από καμία περίσταση είτε να κρύβουν είτε να αποδυναμώσουν το σύνθημα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αντίθετα, το φέρνουν πάντα πιό κοντά, επεκτείνουν τη βάση του, και σύρουν νέα τμήματα των ασήμαντων αστών και των ημι-προλεταριακών μαζών στο σοσιαλιστικό αγώνα. Αφ' ετέρου, οι πολιτικές επαναστάσεις είναι αναπόφευκτες κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής επανάστασης, η οποία δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ενιαία πράξη, αλλά ως περίοδος ταραχωδών πολιτικών και οικονομικών αναστατώσεων, του εντονότερου ταξικού αγώνα, του εμφυλίου πολέμου, των επαναστάσεων, και των αντεπαναστάσεων.

Αλλά ενώ το σύνθημα των δημοκρατικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης -αν συνοδεύεται από την επαναστατική ανατροπή των τριών πιο αντιδραστικών μοναρχιών στην Ευρώπη, που ηγείται η Ρωσσική-είναι αρκετά άτρωτο ως πολιτικό σύνθημα, ακόμα παραμένει ιδιαίτερα σημαντική η ερώτηση του οικονομικών περιεχομένου και της σημασίας του. Από τη σκοπιά των οικονομικών συνθηκών του Ιμπεριαλισμού -π.χ., η εξαγωγή άνευ ενδιαφέροντος κεφαλαίου και η διαίρεση του κόσμου από τις "ανεπτυγμένες" και "πολιτισμένες" αποικιακές δυνάμεις,οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, κάτω από τον καπιταλισμό, είναι είτε αδύνατες είτε αντιδραστικές.

Το κεφάλαιο έχει γίνει διεθνές και μονοπωλητής. Ο κόσμος έχει κομματιαστεί από μια χούφτα Mεγάλων Δυνάμεων, δηλ., δυνάμεις επιτυχείς στην μεγάλη λεηλασία και καταπίεση των εθνών. Οι τέσσερις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης -Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία και Γερμανία, με έναν συνολικό πληθυσμό μεταξύ 250.000.000 και 300.000.000, και μιας περιοχής περίπου 7.000.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων- κατέχουν αποικίες με έναν πληθυσμό σχεδόν 500 εκατομμυρίων (494.500.000) και μιας περιοχής 64.600.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, δηλ., σχεδόν η μισή επιφάνεια της υδρογείου (133.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, εξαιρουμένων των Αρκτικών και των Ανταρκτικών περιοχών).Προσθέστε σε αυτά τα τρία Ασιατικά κράτη - Κίνα, Τουρκία και Περσία, τώρα ενοικιαζόμενα κομματιαστά από τους κλέφτες που διεξάγουν έναν πόλεμο "απελευθέρωσης", δηλαδή, Ιαπωνία, Ρωσία, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία. Εκείνα τα τρία Ασιατικά κράτη, που μπορούν να αποκαλεστούν ημι-αποικίες ( στην πραγματικότητα είναι τώρα90 τοις εκατό αποικίες), έχουν έναν συνολικό πληθυσμό 360.000.000 και μια περιοχή 14.500.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων (σχεδόν ενάμισι φορές την περιοχή όλης της Ευρώπης).

Επιπλέον, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν επενδύσει κεφάλαιο στο εξωτερικό αξίας όχι λιγότερο από 70.000 εκατομμύρια ρούβλια. Η επιχείρηση της εξασφάλισης "νόμιμων" κερδών από αυτή την καθαρή μοιρασιά -αυτά υπερβαίνουν τα 3.000 εκατομμύρια ρούβλια ετησίως- από τις επιτροπές των εκατομμυριούχων, που είναι γνωστές ως κυβερνήσεις, οι οποίες είναι εξοπλισμένες με στρατούς και ναυτικά που παρέχουν στους γιους και τους αδελφούς των εκατομμυριούχων τις εργασίες στις αποικίες και τις ημι-αποικίες ως αντιβασιλείς, προξένους, πρεσβευτές, ανώτερους υπαλλήλους όλων των ειδών,κληρικούς,και άλλες βδέλλες.

Έτσι είναι πως η λεηλασία περίπου χίλιων εκατομύριων από τον πληθυσμό της γης οργανώνεται από μια χούφτα Μεγάλων Δυνάμεων στην εποχή της μεγαλύτερης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Καμία άλλη οργάνωση δεν είναι πιθανή κάτω από τον καπιταλισμό.Να αρνηθούν τις αποικίες, -τις σφαίρες επιρροής-, και την εξαγωγή του κεφαλαίου;Το να σκεφτούμε ότι είναι πιθανό σημαίνει να κάτεβούμε στο επίπεδο κάποιου μυξοκλαίγοντος εφημερίου που κάθε Κυριακή κηρύσσει στους πλουσίους τις υψηλές αρχές του Χριστιανισμού και τους συμβουλεύει να δώσουν στους φτωχούς, καλά, εάν όχι εκατομμύρια, τουλάχιστον αρκετά εκατοντάδες ρούβλια ετησίως.

Eνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης κάτω από τoν καπιταλισμό είναι ισοδύναμες προς μια συμφωνία για διαίρεση των αποικιών. Κάτω από τον καπιταλισμό, εντούτοις, καμία άλλη βάση και καμία άλλη αρχή της μοιρασιάς δεν είναι πιθανή εκτός από την δύναμη. Ένας πολυεκατομμυριούχος δεν μπορεί να μοιραστεί το "εθνικό εισόδημα" μιας καπιταλιστικής χώρας με κανένα άλλον ειδάλλως σε αναλογία "με το κεφάλαιο που επενδύθηκε" (με ένα επίδομα που ρίχνεται μέσα, έτσι ώστε το μεγαλύτερο κεφάλαιο μπορεί να λάβει περισσότερο από το μερίδιό του). Ο καπιταλισμός είναι η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και η αναρχία στην παραγωγή.Η υπεράσπιση μιας "δίκαιας" μοιρασιάς του εισοδήματος σε μια τέτοια βάση είναι καθαρός Προυντονισμός, ηλίθιος φιλισταιισμός. Καμία μοιρασιά δεν μπορεί να επηρεαστεί ειδάλλως από την "αναλογία στην δύναμη", και τις αλλαγές της δύναμης με τη πορεία της οικονομικής ανάπτυξης. Μετά από το 1871, το ποσοστό της Γερμανίας σε ανόδο δύναμης ήταν τρεις ή τέσσερις φορές γρηγορότερο από αυτό της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, και της Ιαπωνίας και δέκα φορές τόσο γρήγορο όσο της Ρωσσίας. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει κανένας άλλος τρόπος για να δεις την πραγματική δύναμη ενός καπιταλιστικού κράτους εκτός τον πόλεμο. Ο πόλεμος δεν έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές της ιδιωτικής ιδιοκτησίας - το αντίθετο, είναι μια άμεση και αναπόφευκτη έκβαση εκείνων των βασικών αρχών. Κάτω από τον καπιταλισμό η ομαλή οικονομική ανάπτυξις ατομικών επιχειρήσεων ή ατομικών κρατών είναι αδύνατη. Κάτω από τον καπιταλισμό, δεν υπάρχει κανένα άλλο μέσο για την αποκατάσταση της περιοδικά ενοχλημένης ισορροπίας από τις κρίσεις στη βιομηχανία και τους πολέμους στην πολιτική.

Φυσικά, οι προσωρινές συμφωνίες είναι πιθανές μεταξύ των καπιταλιστών και μεταξύ των κρατών. Από αυτή την άποψη οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης είναι πιθανές ως συμφωνία μεταξύ των Ευρωπαιων καπιταλιστών ... αλλά με ποιο σκοπό; Μόνο με σκοπό από κοινού να καταπνίγουν τον σοσιαλισμό στην Ευρώπη, από κοινού να προστατεύουν την αποικιακή λεία ενάντια στην Ιαπωνία και την Αμερική, που έχουν μείνει άσχημα απέξω από το μερίδιό τους από το παρόν χώρισμα των αποικιών, και την αύξηση της δυναμής αυτών που η δυναμή τους κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών ήταν ασήμαντα γρηγορότερη από την οπίσθοδρομική και μοναρχική Ευρώπη,και που τώρα γίνεται γεροντική. Συγκρινόμενη με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η Ευρώπη συνολικά δείχνει οικονομική στασιμότητα. Στην παρούσα οικονομική βάση, δηλ., κάτω από τον καπιταλισμό,οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα σήμαιναν της οργάνωση της αντίδρασης για να καθυστερηθεί η γρηγορότερη ανάπτυξη της Αμερικής. Οι φορές που όταν η αιτία της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού συνδέθηκαν μόνο με την Ευρώπη μόνον έχουν φύγει για πάντα.

Οι Ενωμένες Πολιτείες του Κόσμου ( και όχι της Ευρώπης μόνο) είναι η κρατική μορφή της ενοποίησης και της ελευθερίας των εθνών που εμείς συνδέουμε με τον σοσιαλισμό - για την ολική εξαφάνιση του κράτους ,συμπεριλαμβανομένου καί του δημοκρατικού. Ως ξεχωριστό σύνθημα, εντούτοις, το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών του Κόσμου θα ήταν μετά βίας σωστό, πρώτον, επειδή συγχωνεύεται με τον σοσιαλισμό' δεύτερον, επειδή μπορεί να ερμηνευθεί λανθασμένα και να σημαίνει ότι η νίκη του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα είναι αδύνατη, και μπορεί επίσης να δημιουργήσει εσφαλμένες αντιλήψεις ως προς τις σχέσεις μιας τέτοιας χώρας με τις άλλες.

Η άνιση οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι ένας απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Ως εκ τούτου, η νίκη του σοσιαλισμού είναι πιθανή πρώτα στις διάφορες ή ακόμα και σε μια καπιταλιστική χώρα μόνο.Αφού έχει απαλλοτριώσει τους καπιταλιστές και έχει οργανώσει τη δική του σοσιαλιστική παραγωγή, το νικηφόρο προλεταριάτο εκείνης της χώρας θα εγερθεί ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο-τον καπιταλιστικό κόσμο-ελκύοντας στον αγώνα του τις καταπιεσμένες τάξεις άλλων χωρών,προκαλώντας εξεργέρσεις σε εκείνες τις χώρες ενάντια στους καπιταλιστές, και σε περίπτωση ανάγκης χρησιμοποιώντας ακόμα και ένοπλη δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και τα κράτη τους. Η πολιτική μορφή μιας κοινωνίας όπου το προλεταριάτο είναι νικηφόρο στην ανατροπή της αστικής τάξης θα είναι ένα δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο όλο και περισσότερο θα συγκεντρώνει τις δυνάμεις του προλεταριάτου ενός ωρισμένου έθνους ή εθνών, στον αγώνα ενάντια στα κράτη που δεν έχουν μεταπήδησει ακόμα στον σοσιαλισμό. Η κατάργηση των τάξεων είναι αδύνατη χωρίς μια δικτατορία της καταπιεσμένης τάξης, του προλεταριάτου. Μια ελεύθερη ένωση των εθνών του σοσιαλισμόυ είναι αδύνατη χωρίς ένα λίγο πολύ παρατεταμένο και επίμονο αγώνα των σοσιαλιστικών δημοκρατιών ενάντια των οπισθοδρομικών κράτων.

Είναι για αυτούς τους λόγους και μετά από τις επανειλημμένες συζητήσεις στη διάσκεψη των R,S.D.L.P. ομάδων στο εξωτερικό, ακολουθώντας εκείνη την διάσκεψη, ότι οι εκδότες του Κεντρικου Οργάνου έχουν έρθει στο συμπέρασμα ότι το σύνθημα για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης είναι λανθασμένο.
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Β.Ι. Λένιν - Τα διδάγματα της Κομμούνας

Υστερα από το πραξικόπημα, που έβαλε τέρμα στην Επανάσταση του 1848, η Γαλλία έπεσε 18 χρόνια κάτω από το ζυγό
του καθεστώτος του Ναπολέοντα. Το καθεστώς αυτό οδήγησε τη χώρα όχι μόνο στην οικονομική καταστροφή, αλλά και
στην εθνική ταπείνωση. Το προλεταριάτο, που εξεγέρθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς, επωμίστηκε δύο καθήκοντα,
ένα πανεθνικό και ένα ταξικό: Την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Γερμανούς εισβολείς και τη σοσιαλιστική
απελευθέρωση των εργατών από τον καπιταλισμό. Το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κομμούνας
βρίσκεται σ' αυτήν ακριβώς τη συνένωση των δύο καθηκόντων.
Η αστική τάξη είχε σχηματίσει τότε «κυβέρνηση εθνικής άμυνας» και το προλεταριάτο βρέθηκε υποχρεωμένο να
παλέψει για την πανεθνική ανεξαρτησία κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης αυτής. Στην πραγματικότητα, η
κυβέρνηση αυτή ήταν κυβέρνηση «προδοσίας του λαού», που αποστολή της θεωρούσε την πάλη ενάντια στο
προλεταριάτο του Παρισιού. Το προλεταριάτο, όμως, τυφλωμένο από πατριωτικές αυταπάτες, δεν το καταλάβαινε αυτό.
Η πατριωτική ιδέα έχει προέλευσή της ακόμη από τη μεγάλη επανάσταση του XVIII αιώνα. Η ιδέα αυτή είχε υποτάξει τα
μυαλά των σοσιαλιστών της Κομμούνας και ο Μπλανκί, λόγου χάρη, αναμφισβήτητα επαναστάτης και θερμός οπαδός
του σοσιαλισμού, δε βρήκε πιο κατάλληλη ονομασία για την εφημερίδα του από την αστική κραυγή: «Η πατρίδα σε
κίνδυνο!».
Το μοιραίο λάθος των Γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του
πατριωτισμού και του σοσιαλισμού. Ο Μαρξ ακόμη στο μανιφέστο της Διεθνούς, το Σεπτέμβρη του 1870, έκανε
προσεκτικό το γαλλικό προλεταριάτο, τονίζοντάς του ότι δεν πρέπει να παρασύρεται από την ψεύτικη εθνική ιδέα:
Βαθιές αλλαγές έχουν συντελεστεί από τον καιρό της μεγάλης επανάστασης, οι ταξικές αντιθέσεις έχουν οξυνθεί, κι αν
τότε ο αγώνας ενάντια στην αντίδραση ολόκληρης της Ευρώπης είχε συνενώσει ολόκληρο το επαναστατικό έθνος, τώρα
το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να συνδέει τα συμφέροντά του με τα συμφέροντα των άλλων, των εχθρικών του
τάξεων. Η αστική τάξη ας έχει την ευθύνη για την εθνική ταπείνωση, έργο του προλεταριάτου είναι ν' αγωνιστεί για τη
σοσιαλιστική απελευθέρωση της εργασίας από το ζυγό της αστικής τάξης.
Και πραγματικά, δεν άργησε να αποκαλυφθεί το αληθινό βαθύτερο περιεχόμενο του αστικού «πατριωτισμού». Η
κυβέρνηση των Βερσαλλιών, αφού έκλεισε μια επαίσχυντη συνθήκη ειρήνης με τους Πρώσους, πέρασε στον άμεσό της
σκοπό, ανάλαβε δηλαδή την επίθεση για να αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα που της
προκαλούσαν το φόβο και τον τρόμο. Οι εργάτες απάντησαν με την ανακήρυξη της Κομμούνας και τον εμφύλιο πόλεμο.
Παρά το γεγονός ότι το σοσιαλιστικό προλεταριάτο ήταν χωρισμένο σε πολλές αιρέσεις, η Κομμούνα αποτέλεσε ένα
λαμπρό υπόδειγμα της ικανότητας του προλεταριάτου να πραγματοποιεί ομόθυμα τα δημοκρατικά καθήκοντα που η
αστική τάξη ήξερε μόνο να τα διακηρύσσει. Χωρίς καμιά ιδιαίτερη πολύπλοκη νομοθεσία, απλά, στην πράξη, το
προλεταριάτο που κατέλαβε την εξουσία εφάρμοσε τον εκδημοκρατισμό του κοινωνικού καθεστώτος, κατάργησε τη
γραφειοκρατία και πραγματοποίησε την αιρετότητα των δημοσίων υπαλλήλων από το λαό.
Δυο όμως λάθη κατάστρεψαν τους καρπούς της λαμπρής νίκης. Το προλεταριάτο σταμάτησε στη μέση του δρόμου: Αντί
να αρχίσει την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», παρασύρθηκε από το όνειρο να εγκαθιδρύσει ανώτερη
Δικαιοσύνη σε μια χώρα που να την ενώνει το πανεθνικό καθήκον. Δεν κατέλαβε, λ.χ., τέτοια ιδρύματα, σαν την
Τράπεζα, οι θεωρίες των προυντονιστών για «δίκαιη ανταλλαγή» κτλ. επικρατούσαν ακόμα ανάμεσα στους σοσιαλιστές.
Το δεύτερο λάθος είναι η υπερβολική μεγαλοψυχία του προλεταριάτου: Επρεπε να εξοντώσει τους εχθρούς του.
Απεναντίας, το προλεταριάτο του Παρισιού προσπαθούσε να επιδράσει ηθικά επάνω τους, περιφρόνησε τη σημασία
των καθαρά πολεμικών ενεργειών στον εμφύλιο πόλεμο και, αντί να στεφανώσει τη νίκη του στο Παρίσι με
αποφασιστική επίθεση ενάντια στις Βερσαλλίες, αργοπόρησε κι έδωσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών τον καιρό να
συγκεντρώσει τις σκοτεινές δυνάμεις και να προετοιμαστεί για τη ματωμένη εβδομάδα του Μάη.
Παρ' όλα όμως τα λάθη της, η Κομμούνα αποτελεί το πιο υψηλό παράδειγμα του πιο περίλαμπρου προλεταριακού
κινήματος του ΧΙΧ αιώνα. Ο Μαρξ εκτιμούσε εξαιρετικά την ιστορική σημασία της Κομμούνας. Αν τον καιρό που η
συμμορία των Βερσαλλιών έκανε την προδοτική επιδρομή για ν' αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα
οι εργάτες τα παράδιναν χωρίς μάχη, η καταστροφική πτώση του ηθικού, που θα προκαλούσε μια τέτοια αδυναμία στο
προλεταριακό κίνημα, θα ήταν πολλές φορές πιο βαριά, παρά η ζημιά από τις απώλειες που είχε η εργατική τάξη στον
αγώνα, υπερασπίζοντας τα όπλα της. Οσο μεγάλες και αν ήταν οι θυσίες της Κομμούνας, αυτές εξαγοράζονται με τη
σημασία που έχει για τον καθολικό προλεταριακό αγώνα: Η Κομμούνα έδειξε τη δύναμη του εμφυλίου πολέμου,
διέλυσε τις πατριωτικές αυταπάτες κι έκανε θρύψαλα την απλοϊκή πίστη ότι οι επιδιώξεις της αστικής τάξης είναι
πανεθνικές. Η Κομμούνα έμαθε στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο να βάζει συγκεκριμένα τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής
επανάστασης.
Το δίδαγμα που πήρε το προλεταριάτο δε θα ξεχαστεί. Η εργατική τάξη θα χρησιμοποιήσει αυτό το δίδαγμα, όπως το
χρησιμοποίησε κιόλας στη Ρωσία κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη.
Η εποχή που προηγήθηκε από τη ρωσική επανάσταση και που προετοίμασε την επανάσταση έχει μια κάποια ομοιότητα
με την εποχή του ζυγού του Ναπολέοντα στη Γαλλία. Και στη Ρωσία η απολυταρχική κλίκα έφερε τη χώρα ως τη φρίκη
της οικονομικής καταστροφής και της εθνικής ταπείνωσης. Πολύ καιρό όμως δεν μπορούσε να ξεσπάσει η επανάσταση,
όσο η κοινωνική ανάπτυξη δεν είχε δημιουργήσει τις συνθήκες για ένα μαζικό κίνημα και οι απομονωμένες επιθέσεις
ενάντια στην κυβέρνηση στην προεπαναστατική περίοδο, παρ' όλο τον ηρωισμό τους, τσακίζονταν πάνω στην
αδιαφορία των λαϊκών μαζών. Μόνο η σοσιαλδημοκρατία με επίμονη και συστηματική δουλιά διαπαιδαγώγησε τις
μάζες ως τις ανώτερες μορφές πάλης, τις μαζικές εκδηλώσεις και τον εμφύλιο ένοπλο πόλεμο.
Η σοσιαλδημοκρατία μπόρεσε να διαλύσει «τις πανεθνικές» και «πατριωτικές» πλάνες που είχε το νεαρό προλεταριάτο
και όταν με την άμεση επέμβασή της κατόρθωσε να αποσπαστεί από τα χέρια του τσάρου το μανιφέστο της 17 του
Οχτώβρη, το προλεταριάτο πέρασε στη δραστήρια προετοιμασία για το επόμενο αναπόφευκτο στάδιο της επανάστασης,
την ένοπλη εξέγερση. Ελευθερωμένο από τις «πανεθνικές» αυταπάτες, συγκέντρωνε τις ταξικές του δυνάμεις στις
μαζικές του οργανώσεις, τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών κτλ. Και παρ' όλες τις διαφορές των σκοπών
και των καθηκόντων που έμπαιναν μπροστά στη ρωσική επανάσταση, σε σύγκριση με την επανάσταση του 1871, το
ρωσικό προλεταριάτο ήταν υποχρεωμένο να καταφύγει στον ίδιο τρόπο πάλης, στον εμφύλιο πόλεμο, που την αρχή του
την έκανε η Κομμούνα του Παρισιού. Το προλεταριάτο της Ρωσίας θυμόταν τα διδάγματά της και ήξερε ότι δεν πρέπει
να περιφρονεί τα ειρηνικά μέσα πάλης - τα μέσα αυτά εξυπηρετούν τα τρέχοντα, τα καθημερινά συμφέροντα και είναι
απαραίτητα στην περίοδο της προετοιμασίας της επανάστασης - ποτέ όμως δεν πρέπει να ξεχνά ότι η ταξική πάλη κάτω
από ορισμένες συνθήκες παίρνει τη μορφή του ένοπλου αγώνα και του εμφύλιου πολέμου. Υπάρχουν στιγμές που τα
συμφέροντα του προλεταριάτου απαιτούν αμείλικτη εξόντωση των εχθρών του σε ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις. Για
πρώτη φορά το έδειξε αυτό το γαλλικό προλεταριάτο στην Κομμούνα και το επικύρωσε περίλαμπρα το ρωσικό
προλεταριάτο με την εξέγερση του Δεκέμβρη.
Ας καταπνίγηκαν οι δυο αυτές μεγαλειώδεις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης, θα γίνει νέα εξέγερση που μπροστά της θ'
αποδειχτούν ανίσχυρες οι δυνάμεις των εχθρών του προλεταριάτου και από την εξέγερση αυτή το σοσιαλιστικό
προλεταριάτο θα βγει με ολοκληρωμένη τη νίκη.
Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Β.Ι. Λένιν - Θέσεις και εισήγηση για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου

1. Η άνοδος του επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου σε όλες τις χώρες προκάλεσε τις σπασμωδικές και άκαρπες προσπάθειες της αστικής τάξης και των πρακτόρων της μέσα στις εργατικές οργανώσεις για να βρουν ιδεολογικά-πολιτικά επιχειρήματα με σκοπό την υπεράσπιση των κυριαρχίας των εκμεταλλευτών. Ανάμεσα σ' αυτά τα επιχειρήματα ξεχωριστή θέση κατέχει η καταδίκη της δικτατορίας και η υπεράσπιση της δημοκρατίας. Η πλαστότητα και η υποκρισία αυτού του επιχειρήματος, που επαναλαβαίνεται με χίλιους τρόπους από τον καπιταλιστικό Τύπο και από τη συνδιάσκεψη της κίτρινης Διεθνούς, που έγινε το Φλεβάρη του 1919 στη Βέρνη, είναι ολοφάνερη για τον καθένα που δεν θέλει να προδόσει τις βασικές θέσεις του σοσιαλισμού.

2. Το επιχείρημα αυτό παίζει κυρίως με τις έννοιες «δημοκρατία γενικά» και «δικτατορία γενικά», χωρίς να βάζει το ζήτημα για ποια τάξη πρόκειται. Μια τέτια τοποθέτηση του ζητήματος, εξωταξική ή υπερταξική, δήθεν παλλαϊκή, αποτελεί καθαρό εμπαιγμό της βασικής διδασκαλίας του σοσιαλισμού, δηλαδή της διδασκαλίας για την ταξική πάλη, την οποία παραδέχονται στα λόγια, μα ξεχνούν στην πράξη οι σοσιαλιστές που πέρασαν με το μέρος της αστικής τάξης. Γιατί σε καμιά πολιτισμένη καπιταλιστική χώρα δεν υπάρχει «δημοκρατία γενικά», αλλά υπάρχει μόνο η αστική δημοκρατία, και δεν πρόκειται για τη «δικτατορία γενικά», αλλά τη δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, δηλ. του προλεταριάτου, πάνω στους καταπιεστές και εκμεταλλευτές, δηλ. πάνω στην αστική τάξη, με σκοπό την κατανίκηση της αντίστασης που προβάλλουν οι εκμεταλλευτές στην πάλη για την κυριαρχία τους.

3. Η ιστορία διδάσκει ότι καμιά καταπιεζόμενη τάξη δεν έφθασε ποτέ στην κυριαρχία και δεν μπορούσε να φτάσει στην κυριαρχία χωρίς να περάσει μια περίοδο δικτατορίας, δηλ. κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας και βίαιης καταστολής της αντίστασης που πρόβαλλαν πάντα οι εκμεταλλευτές, αντίστασης απεγνωσμένης, λυσσαλέας, που δεν σταματούσε μπροστά σε κανένα έγκλημα. Η αστική τάξη, που την κυριαρχία της υποστηρίζουν τώρα οι σοσιαλιστές, οι οποίοι μιλούν ενάντια στη «δικτατορία γενικά» και που κόβονται για τη «δημοκρατία γενικά» κατάκτησε την εξουσία στις προηγμένες χώρες ύστερα από μια σειρά από εξεγέρσεις, εμφυλίους πολέμους, βίαιη καταστολή των βασιλιάδων, των φεουδαρχών, των δουλοκτητών και των προσπαθειών παλινόρθωσής τους. Χιλιάδες και εκατομμύρια φορές οι σοσιαλιστές όλων των χωρών στα βιβλία και στις μπροσούρες τους, στις αποφάσεις των συνεδρίων τους, στους προπαγανδιστικούς τους λόγους, έχουν εξηγήσει στο λαό τον ταξικό χαρακτήρα αυτών των επαναστάσεων, αυτής της αστικής δικτατορίας. Γι' αυτό η σημερινή υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας με λογοκοπιές για τη «δημοκρατία γενικά» και τα σημερινά ουρλιαχτά και ξεφωνητά ενάντια στη δικτατορία του προλεταριάτου, που παρουσιάζονται σαν ξεφωνητά για τη «δικτατορία γενικά», αποτελούν ανοικτή προδοσία του σοσιαλισμού, έμπρακτο πέρασμα με το μέρος της αστικής τάξης, άρνηση στο προλεταριάτο του δικαιώματος να επιτελέσει τη δική του προλεταριακή επανάσταση, υπεράσπιση του αστικού ρεφορμισμού σε μια τέτια ακριβώς ιστορική στιγμή που ο αστικός ρεφορμισμός έχει χρεοκοπήσει σε όλο τον κόσμο και ο πόλεμος έχει δημιουργήσει επαναστατική κατάσταση.

4. Ολοι οι σοσιαλιστές, εξηγώντας το ταξικό χαρακτήρα του αστικού πολιτισμού, της αστικής δημοκρατίας, του αστικού κοινοβουλευτισμού, έκφραζαν την ιδέα που διατυπώθηκε με τη μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια από τον Μαρξ και τον Ενγκελς, την ιδέα ότι η πιο δημοκρατική αστική δημοκρατία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια μηχανή για την καταστολή της εργατικής τάξης από την αστική τάξη, της μάζας των εργαζομένων από μια χούφτα καπιταλιστές. Ανάμεσα σ' αυτούς που κηρύσσονται σήμερα κατά της δικτατορίας και υπέρ της δημοκρατίας, δεν υπάρχει ούτε ένας επαναστάτης, ούτε ένας μαρξιστής που να μη πήρε χίλιους όρκους μπροστά στους εργάτες ότι παραδέχεται αυτή τη βασική αλήθεια του σοσιαλισμού, και τώρα που το επαναστατικό προλεταριάτο άρχισε να αναταράζεται και να μπαίνει σε κίνηση για τη συντριβή αυτής της μηχανής καταπίεσης και την κατάκτηση της προλεταριακής δικτατορίας, οι προδότες αυτοί του σοσιαλισμού παρουσιάζουν έτσι τα πράγματα, σαν να είναι γεγονός πως η αστική τάξη έχει δωρίσει στους εργαζόμενους την «καθαρή δημοκρατία», πως η αστική τάξη έχει παραιτηθεί από κάθε αντίσταση και είναι έτοιμη να υποταχθεί στην πλειοψηφία των εργαζομένων, πως στην αστική δημοκρατία δεν υπήρχε και δεν υπάρχει καμιά κρατική μηχανή για την καταστολή της εργασίας από το κεφάλαιο.

5. Η Κομμούνα του Παρισιού, που στα λόγια υμνολογούν όλοι όσοι θέλουν να παριστάνουν το σοσιαλιστή, γιατί ξέρουν ότι οι εργατικές μάζες εκδηλώνουν θερμή και ειλικρινή συμπάθεια γι' αυτή, έδειξε ξεκάθαρα την ιστορική συμβατικότητα και την περιορισμένη αξία του αστικού κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας - θεσμών πολύ προοδευτικών σε σύγκριση με το μεσαίωνα, που όμως έχουν οπωσδήποτε ανάγκη ριζικής αλλαγής στην εποχή της προλεταριακής επανάστασης. Μόνο ο Μαρξ που, αναλύοντας την Κομμούνα, έδοσε την καλύτερη εκτίμηση της ιστορικής σημασίας, έδειξε τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας και του αστικού κοινοβουλευτισμού, όπου οι καταπιεζόμενες τάξεις έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν μια φορά μέσα σε αρκετά χρόνια ποιος εκπρόσωπος των πλούσιων τάξεων «θα εκπροσωπεί και θα ποδοπατεί» (ver- und zertreten) το λαό στη Βουλή.

Ακριβώς τώρα, που το σοβιετικό κίνημα, αγκαλιάζοντας όλο τον κόσμο, συνεχίζει μπροστά στα μάτια όλων το έργο της Κομμούνας, οι προδότες του σοσιαλισμού ξεχνούν τη συγκεκριμένη πείρα και τα συγκεκριμένα διδάγματα της Κομμούνας του Παρισιού, επαναλαβαίνοντας τις παλιές αστικές κοινοτοπίες για τη «δημοκρατία γενικά». Η Κομμούνα δεν ήταν κοινοβουλευτικός θεσμός.

6. Η σημασία της Κομμούνας βρίσκεται έπειτα στο γεγονός ότι έκανε απόπειρα να τσακίσει, να καταστρέψει συθέμελα τον αστικό κρατικό μηχανισμό, υπαλληλικό, δικαστικό, στρατιωτικό, αστυνομικό, αντικαθιστώντας τον με μια αυτοδιοικούμενη μαζική οργάνωση των εργατών, που δεν γνώριζε το χωρισμό της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία. Ολες οι σύγχρονες αστικές ρεπουμπλικάνικες δημοκρατίες, μαζί και η γερμανική, που οι προδότες του σοσιαλισμού, χλευάζοντας την αλήθεια, την αποκαλούν προλεταριακή, διατηρούν αυτό τον κρατικό μηχανισμό. Ετσι επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά πεντακάθαρα πως τα ξεφωνητά υπέρ της «δημοκρατίας γενικά» αποτελούν στην πραγματικότητα υπεράσπιση της αστικής τάξης και των εκμεταλλευτικών προνομίων της.

7. Η ελευθερία του «συνέρχεσθαι» μπορεί να θεωρηθεί σαν υπόδειγμα διεκδικήσεων της «καθαρής δημοκρατίας». Κάθε συνειδητός εργάτης που δεν ξέκοψε από την τάξη του, θα καταλάβει αμέσως ότι θα ήταν παραλογισμός να υπόσχεται κανείς στους εκμεταλλευτές ελευθερία του συνέρχεσθαι σε μια περίοδο και σε συνθήκες όπου οι εκμεταλλευτές προβάλλουν αντίσταση στην ανατροπή τους και προασπίζουν τα προνόμιά τους. Τότε που η αστική τάξη ήταν επαναστατική ούτε στην Αγγλία το 1649, ούτε στη Γαλλία το 1793 παραχώρησε «ελευθερία του συνέρχεσθαι» στους μοναρχικούς και στους ευγενείς που καλούσαν τα ξένα στρατεύματα και που «συνέρχονταν» για να οργανώσουν απόπειρες παλινόρθωσης. Αν η σημερινή αστική τάξη, που από καιρό έχει γίνει αντιδραστική, ζητάει από το προλεταριάτο να εγγυηθεί από πριν στους εκμεταλλευτές την «ελευθερία του συνέρχεσθαι», ανεξάρτητα από το τι αντίσταση θα προβάλλουν οι καπιταλιστές στην απαλλοτρίωσή τους, οι εργάτες δεν έχουν παρά να γελούν με την υποκρισία της αστικής τάξης.

Από την άλλη μεριά, οι εργάτες ξέρουν πολύ καλά ότι ακόμη και στην πιο δημοκρατική αστική δημοκρατία η «ελευθερία του συνέρχεσθαι» είναι μια κούφια φράση, γιατί οι πλούσιοι έχουν στη διάθεσή τους τα καλύτερα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, καθώς και αρκετό ελεύθερο χρόνο για συγκεντρώσεις και την προστασία του αστικού μηχανισμού εξουσίας. Οι προλετάριοι της πόλης και του χωριού και οι μικροαγρότες δηλ. η τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού δεν διαθέτουν τίποτε από όλα αυτά. Οσο θα έχουν έτσι τα πράγματα, η «ισότητα», δηλ. η «καθαρή δημοκρατία» θα είναι μια απάτη. Για να κατακτηθεί η αληθινή ισότητα, για να εφαρμοστεί πραγματικά η δημοκρατία για τους εργαζόμενους, πρέπει πρώτα να αφαιρεθούν από τους εκμεταλλευτές όλα τα δημόσια και τα πολυτελή ιδιωτικά κτίρια, πρέπει πρώτα να εξασφαλιστεί ελεύθερος χρόνος στους εργαζόμενους, πρέπει η δική τους ελευθερία του συνέρχεσθαι να περιφρουρείται από ένοπλους εργάτες, και όχι από ευγενείς ή από καπιταλιστές-αξιωματικούς με αποβλακωμένους στρατιώτες.

Μόνο ύστερα από μια τέτια αλλαγή μπορεί να γίνει λόγος για ελευθερία του συνέρχεσθαι και για ισότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει εμπαιγμό των εργατών, των εργαζομένων, των φτωχών. Αλλά την αλλαγή αυτή δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει άλλος από την πρωτοπορία των εργαζομένων, το προλεταριάτο που θα ανατρέψει τους εκμεταλλευτές, την αστική τάξη.

8. Η «ελευθερία του Τύπου» είναι επίσης ένα από τα κυριότερα συνθήματα της «καθαρής δημοκρατίας». Και στο ζήτημα αυτό οι εργάτες ξέρουν, και οι σοσιαλιστές όλων των χωρών το έχουν παραδεχθεί εκατομμύρια φορές, ότι η ελευθερία αυτή είναι μια απάτη, εφόσον τα καλύτερα τυπογραφεία και τα τεράστια αποθέματα χαρτιού βρίσκονται στα χέρια των καπιταλιστών, και εφόσον διατηρείται η εξουσία του κεφαλαίου πάνω στον Τύπο, που εκδηλώνεται σε όλο τον κόσμο τόσο πιο καθαρά, πιο έντονα, πιο κυνικά, όσο πιο αναπτυγμένος είναι ο δημοκρατισμός και το ρεπουμπλικανικό καθεστώς, όπως συμβαίνει λ.χ. στην Αμερική. Για να κατακτηθεί η αληθινή ισότητα και η αληθινή δημοκρατία για τους εργαζόμενους, για τους εργάτες και τους αγρότες, πρέπει πρώτα να αφαιρεθεί από το κεφάλαιο η δυνατότητα να μισθώνει συγγραφείς, να αγοράζει εκδοτικούς οργανισμούς και να εξαγοράζει εφημερίδες, και γι' αυτό πρέπει να αποτιναχτεί ο ζυγός του κεφαλαίου, πρέπει να ανατραπούν οι εκμεταλλευτές, να κατασταλεί η αντίστασή τους. Οι καπιταλιστές αποκαλούσαν πάντα «ελευθερία», την ελευθερία των πλουσίων να γίνονται πλουσιότεροι, την ελευθερία των εργατών να πεθαίνουν από την πείνα. Οι καπιταλιστές αποκαλούν ελευθερία του Τύπου την ελευθερία των πλουσίων να εξαγοράζουν τον Τύπο, την ελευθερία να χρησιμοποιείται ο πλούτος για την κατεργασία και της παραποίηση της λεγόμενης κοινής γνώμης. Και στην περίπτωση αυτή οι θεματοφύλακες της «καθαρής δημοκρατίας» αποδεικνύονται στην πραγματικότητα θεματοφύλακες του πιο βρωμερού, του πιο αργυρώνυτου συστήματος της κυριαρχίας των πλουσίων πάνω στα μέσα διαφώτισης των μαζών, αποδεικνύονται απατεώνες που ξεγελούν το λαό, που με καλοφτιαγμένες, όμορφες, μα ολότελα ψεύτικες φράσεις αποσπούν την προσοχή του από το συγκεκριμένο ιστορικό καθήκον της απελευθέρωσης του Τύπου από το ζυγό του κεφαλαίου. Αληθινή ελευθερία και ισότητα θα υπάρχει στο καθεστώς που οικοδομούν οι κομμουνιστές, σ΄ αυτό δεν θα υπάρχει η δυνατότητα πλουτισμού σε βάρος άλλων, δεν θα υπάρχει η αντικειμενική δυνατότητα να υποτάσσεται ο Τύπος ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα στην εξουσία του χρήματος, και τίποτε δεν θα εμποδίσει τον κάθε εργαζόμενο (ή ομάδα εργαζομένων, ανεξάρτητα από τον αριθμό της) να έχει και να ασκεί το δικαίωμα χρησιμοποίησης των κοινωνικοποιημένων τυπογραφείων και του κοινωνικοποιημένου χαρτιού.

9. Η ιστορία του 19ου και του 20ού αιώνα μας έδειξε ακόμη πριν από τον πόλεμο τι σημαίνει στην πραγματικότητα η περιβόητη «καθαρή δημοκρατία» στις συνθήκες του καπιταλισμού. Οι μαρξιστές έλεγαν πάντα ότι όσο πιο εξελιγμένη, «πιο καθαρή» είναι η δημοκρατία, τόσο πιο ανοιχτή, πιο έντονη, πιο αμείλικτη γίνεται η ταξική πάλη, τόσο «πιο καθαρά» εμφανίζεται ο ζυγός του κεφαλαίου και η δικτατορία της αστικής τάξης. Η υπόθεση Ντρέυφους στη ρεπουμπλικανική Γαλλία, τα αιματηρά όργια των μισθοφορικών αποσπασμάτων, εξοπλισμένων από τους καπιταλιστές ενάντια στους απεργούς στην ελεύθερη και δημοκρατική-ρεπουμπλικανική Αμερική, αυτά τα γεγονότα και χιλιάδες παρόμοια επιβεβαιώνουν την αλήθεια, που μάταια προσπαθεί να την αποκρύψει η αστική τάξη, την αλήθεια ότι στις πιο δημοκρατικές αστικές δημοκρατίες στην πραγματικότητα κυριαρχούν η τρομοκρατία και η δικτατορία της αστικής τάξης, κι΄ αυτό εκδηλώνεται ανοιχτά κάθε φορά που οι εκμεταλλευτές αρχίζουν να νομίζουν ότι η εξουσία του κεφαλαίου κλονίζεται.

10. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1918 αποκάλυψε πέρα για πέρα ακόμη και στους καθυστερημένους εργάτες τον αληθινό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας, ακόμη και στις πιο ελεύθερες δημοκρατίες, χαρακτήρα δικτατορίας της αστικής τάξης. Για να πλουτίσει μια ομάδα Γερμανών ή άγγλων εκατομμυριούχων ή δισεκατομμυριούχων, εξοντώθηκαν δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι, και στις πιο ελεύθερες δημοκρατίες εγκαθιδρύθηκε η στρατιωτική δικτατορία της αστικής τάξης. Αυτή η στρατιωτική δικτατορία εξακολουθεί να υπάρχει στις χώρες της Αντάντ και ύστερα από την ήττα της Γερμανίας. Ακριβώς ο πόλεμος άνοιξε περισσότερο από καθετί τα μάτια των εργαζομένων, πέταξε τα ψεύτικα στολίδια της αστικής δημοκρατίας, έδειξε στο λαό τις τεράστιες διαστάσεις που πήρε η αισχροκέρδεια και ο πλουτισμός κατά τον πόλεμο και από τον πόλεμο. Ενονόματι της «ελευθερίας και ισότητας» έκανε η αστική τάξη τον πόλεμο αυτό ενονόματι της «ελευθερίας και ισότητας» συσσώρευσαν πρωτάκουστα πλούτη οι προμηθευτές οπλισμού. Η κίτρινη Διεθνής της Βέρνης, όσο κι αν προσπαθεί, δεν θα μπορέσει να κρύψει από τις μάζες τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της αστικής ελευθερίας, της αστικής ισότητας, της αστικής δημοκρατίας, χαρακτήρα που έχει τώρα ξεσκεπαστεί ολοκληρωτικά.

11. Στη Γερμανία, την πιο αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι πρώτοι ήδη μήνες της πλήρους ρεπουμπλικανικής ελευθερίας, που έφερε η ήττα της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας, έδειξαν στους γερμανούς εργάτες και σε όλο τον κόσμο, που βρίσκεται η πραγματική ταξική ουσία της αστικής ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας. Η δολοφονία του Καρλ Λήμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ αποτελεί γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας όχι μόνο γιατί βρήκαν τραγικό θάνατο οι καλύτεροι άνθρωποι και ηγέτες της πραγματικά προλεταριακής, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά και γιατί αποκαλύφθηκε πέρα για πέρα η ταξική ουσία ενός κράτους προηγμένου σε ευρωπαϊκή κλίμακα - μπορούμε να πούμε δίχως υπερβολή: σε παγκόσμια κλίμακα. Αν κάτω από μια κυβέρνηση σοσιαλπατριωτών οι αξιωματικοί και οι καπιταλιστές μπόρεσαν να δολοφονήσουν ατιμώρητα κρατούμενους, δηλ. ανθρώπους που η κρατική εξουσία τους είχε θέσει κάτω από τη φρούρησή της, βγαίνει το συμπέρασμα πως η ρεπουμπλικανική δημοκρατία, στην οποία μπόρεσε να συμβεί ένα τέτιο πράγμα, δεν είναι παρά δικτατορία της αστικής τάξης. Εκείνοι που εκφράζουν την αγανάκτησή τους για τη δολοφονία του Καρλ Λήμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, αλλά δεν καταλαβαίνουν αυτή την αλήθεια, δείχνουν ή την αμβλύνοιά τους ή την υποκρισία τους. Η «ελευθερία» σε μια από τις πιο ελεύθερες και πιο προηγμένες δημοκρατίες του κόσμου, στη γερμανική δημοκρατία, είναι ελευθερία να δολοφονούνται ατιμώρητα οι κρατούμενοι ηγέτες του προλεταριάτου. Και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά όσο θα διατηρείται ο καπιταλισμός, γιατί η ανάπτυξη του δημοκρατισμού δεν αμβλύνει, αλλά οξύνει την ταξική πάλη που, εξαιτίας όλων των αποτελεσμάτων και των επιδράσεων του πολέμου και των συνεπειών του, έφτασε ως το σημείο του βιασμού.

Σήμερα, σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο οι μπολσεβίκοι εκτοπίζονται, διώκονται, φυλακίζονται όπως συμβαίνει λ.χ. σε μια από τις πιο ελεύθερες αστικές δημοκρατίες, στην Ελβετία, όπως συμβαίνει στην Αμερική κτλ. Οπου οργανώνονται πογκρόμ κατά των μπολσεβίκων. Από την άποψη της «δημοκρατίας γενικά» ή της «καθαρής δημοκρατίας», είναι απλώς γελοίο, χώρες προηγμένες, πολιτισμένες, δημοκρατικές, εξοπλισμένες ως τα δόντια, να φοβούνται την παρουσία στο έδαφός τους μερικών δεκάδων ανθρώπων από την καθυστερημένη, πεινασμένη, ρημαγμένη Ρωσία, που οι αστικές εφημερίδες σε δεκάδες εκατομμύρια αντίτυπα, την αποκαλούν άγρια, εγκληματική χώρα κτλ. Είναι φανερό ότι οι κοινωνικές συνθήκες που μπόρεσαν να γεννήσουν μια τέτια χτυπητή αντίφαση, είναι στην πράξη οι συνθήκες της δικτατορίας της αστικής τάξης.

12. Μια κι έτσι έχουν τα πράγματα, η δικτατορία του προλεταριάτου είναι όχι μόνο απόλυτα νόμιμη σαν μέσο ανατροπής των εκμεταλλευτών και καταστολής της αντίστασής τους, αλλά και απόλυτα απαραίτητη για όλη τη μάζα των εργαζομένων σαν μοναδικό μέσο άμυνας ενάντια στη δικτατορία της αστικής τάξης που οδήγησε στον πόλεμο και που προετοιμάζει νέους πολέμους.

Το κυριότερο πράγμα που δεν καταλαβαίνουν οι σοσιαλιστές και που φανερώνει πως θεωρητικά είναι κοντόφθαλμοι, πως είναι αιχμάλωτοι των αστικών προκαταλήψεων και πως πρόδοσαν πολιτικά το προλεταριάτο, είναι τούτο, ότι στην καπιταλιστική κοινωνία, όταν η ταξική πάλη, που βρίσκεται στη βάση της κοινωνίας αυτής, οξύνεται κάπως σοβαρά, δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε το ενδιάμεσο, παρά τούτο μόνο: είτε δικτατορία της αστικής τάξης, είτε δικτατορία του προλεταριάτου. Κάθε ονειροπόλημα μικροαστού για κάποια τρίτη λύση είναι αντιδραστικό θρηνολόγημα μικροαστού. Αυτό το μαρτυρεί και η πείρα της υπερεκατόχρονης εξέλιξης της αστικής δημοκρατίας και του εργατικού κινήματος όλων των προηγμένων χωρών, και ιδιαίτερα η πείρα της τελευταίας πενταετίας. Αυτό διδάσκει και όλη η επιστήμη της πολιτικής οικονομίας, όλο το περιεχόμενο του μαρξισμού, που εξηγεί ότι σε κάθε εμπορευματική οικονομία είναι οικονομικά αναπόφευκτη η δικτατορία της αστικής τάξης, που δεν υπάρχει άλλος να την αντικαταστήσει, εκτός από την τάξη των προλετάριων, τάξη που αναπτύσσεται, πληθαίνει, συσπειρώνεται, δυναμώνει από την ίδια την εξέλιξη τπου καπιταλισμού.

13. Ενα άλλο θεωρητικό και πολιτικό λάθος των σοσιαλιστών είναι ότι δεν καταλαβαίνουν πως οι μορφές της δημοκρατίας, αρχίζοντας από τα έμβρυά της στην αρχαιότητα, άλλαζαν αναπόφευκτα στη διάρκεια των χιλιετηρίδων, παράλληλα με την αντικατάσταση της μιας κυρίαρχης τάξης από μιαν άλλη. Στις αρχαίες δημοκρατίες της Ελλάδας, στις πόλεις του μεσαίωνα, στις προηγμένες δημοκρατικές χώρες η δημοκρατία παρουσίασε διαφορετικές μορφές και εφαρμοζόταν σε διαφορετικούς βαθμούς. Θα ήταν η μεγαλύτερη ανοησία να πιστέψει κανείς πως η πιο βαθιά επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας, το πρώτο στον κόσμο πέρασμα της εξουσίας από τη μειοψηφία των εκμεταλλευτών στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων μπορεί να συντελεστεί μέσα στα παλιά πλαίσια της παλιάς, αστικής, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να συντελεστεί χωρίς τις πιο απότομες στροφές, χωρίς τη δημιουργία νέων μορφών δημοκρατίας, νέων θεσμών που ενσαρκώνουν τους νέους όρους εφαρμογής της κτλ.

14. Η δικτατορία του προλεταριάτου μοιάζει με τη δικτατορία των άλλων τάξεων κατά τούτο: ότι την προκάλεσε, όπως και κάθε δικτατορία, η ανάγκη να κατασταλεί με τη βία η αντίσταση της τάξης που χάνει την πολιτική κυριαρχία. Η ριζική διαφορά ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και στη δικτατορία των άλλων τάξεων - τη δικτατορία των τσιφλικάδων στο μεσαίωνα, τη δικτατορία της αστικής τάξης σε όλες τις πολιτισμένες καπιταλιστικές χώρες - βρίσκεται στο ότι η δικτατορία των τσιφλικάδων και της αστικής τάξης σήμαινε βίαιη καταστολή της αντίστασης της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού, δηλαδή των εργαζομένων. Απεναντίας, η δικτατορία του προλεταριάτου σημαίνει βίαιη καταστολή της αντίστασης των εκμεταλλευτών, των τσιφλικάδων και των καπιταλσιτών, δηλαδή μιας ασήμαντης μειοψηφίας του πληθυσμού.

Απ' εδώ, κατά λογική συνέπεια, βγαίνει ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν μπορεί παρά να συνεπιφέρει αναπόφευκτα όχι μόνο μια αλλαγή γενικά των μορφών και των θεσμών της δημοκρατίας, αλλά μια τέτια ακριβώς αλλαγή που θα επιτρέψει μια χωρίς προηγούμενο στον κόσμο επέκταση της αποτελεσματικής χρησιμοποίησης του δημοκρατισμού από τις τάξεις των εργαζομένων, από εκείνους που καταπιέζει ο καπιταλισμός.

Και πραγματικά, η μορφή αυτή της δικτατορίας του προλεταριάτου, που δημιουργήθηκε ήδη στην πράξη, δηλ. η Σοβιετική εξουσία στη Ρωσία, το Rate-System* στη Γερμανία, το Shop Stewards Committees και οι άλλοι ανάλογοι σοβιετικοί θεσμοί σε άλλες χώρες, όλα αυτά σημαίνουν και κάνουν πράξη ακριβώς για τις εργαζόμενες τάξεις, δηλ. για την τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού, τη συγκεκριμένη δυνατότητα να ασκούν τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες, που δεν υπήρξε ποτέ ούτε και κατά προσέγγιση στις πιο εξελιγμένες, στις πιο δημοκρατικές αστικές δημοκρατίες.

Η ουσία της Σοβιετικής εξουσίας συνίσταται στο ότι η μαζική οργάνωση ακριβώς των τάξεων που καταπιέζονταν από τον καπιταλισμό, δηλ. των εργατών και των μισοπρολετάριων (αγροτών που δεν εκμεταλλεύονται ξένη εργασία και είναι αναγκασμένοι να πουλούν διαρκώς, έστω και ένα μέρος της εργατικής τους δύναμης), αποτελεί τη μόνιμη και αποκλειστική βάση όλης της κρατικής εξουσίας, ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού. Ακριβώς αυτές οι μάζες, που ακόμη και στις πιο δημοκρατικές αστικές δημοκρατίες, αν και ισότιμες σύμφωνα με το νόμο, στην πραγματικότητα παραμερίζονταν με χίλιους δυό τρόπους και τερτίπια από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή και από την άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, προσελκύονται τώρα σε μια μόνιμη, απαραίτητη και ταυτόχρονα αποφασιστική συμμετοχή στη δημοκρατική διακυβέρνηση του κράτους.

15. Ενώ η αστική δημοκρατία υποσχόταν παντού και πάντα την ισότητα των πολιτών, ανεξάρτητα από φύλο, θρήσκευμα, φυλή, εθνικότητα, αλλά πουθενά δεν την εφάρμοσε και, λόγω της κυριαρχίας του καπιταλισμού, ούτε μπορούσε να την εφαρμόσει, η Σοβιετική εξουσία ή η δικτατορία του προλεταριάτου την πραγματοποιεί άμεσα και πλήρως, γιατί αυτό είναι σε θέση να το κάνει μόνο η εξουσία των εργατών, που δεν έχουν συμφέρον από τη διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και από την πάλη για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα τους.

16. Η παλιά, δηλ. η αστική δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός είχαν οργανωθεί έτσι που ακριβώς οι μάζες των εργαζομένων να είναι πιο πολύ απομακρυσμένες από τη συμμετοχή στο μηχανισμό της διακυβέρνησης. Η Σοβιετική εξουσία, δηλ. η δικτατορία του προλεταριάτου, απεναντίας, είναι οργανωμένη έτσι που να προσεγγίζει τις μάζες των εργαζομένων στο μηχανισμό της διακυβέρνησης. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί η συνένωση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας στα πλαίσια της σοβιετικής οργάνωσης του κράτους και η αντικατάσταση των εδαφικών εκλογικών περιφερειών με τις παραγωγικές μονάδες, όπως είναι το εργοστάσιο, η φάμπρικα.

17. Ο στρατός ήταν ένας μηχανισμός καταπίεσης όχι μόνο επί μοναρχίας. Διατήρησε αυτό το χαρακτήρα και σε όλες τις αστικές δημοκρατίες, ακόμη και στις πιο δημοκρατικές. Μόνο η Σοβιετική εξουσία, σαν μόνιμη κρατική οργάνωση ακριβώς των τάξεων που καταπιέζονταν από τον καπιταλισμό, είναι σε θέση να εξαλείψει την υποταγή του στρατού στην αστική διοίκηση και να συγχωνεύσει πραγματικά το προλεταριάτο με το στρατό, να εξοπλίσει πραγματικά το προλεταριάτο και να αφοπλίσει πραγματικά την αστική τάξη, που χωρίς αυτό η νίκη του σοσιαλισμού δεν είναι δυνατή.

18. Η σοβιετική οργάνωση του κράτους, είναι προσαρμοσμένη στον καθοδηγητικό ρόλο του προλεταριάτου, της τάξης που βγήκε από τον καπιταλισμό πιο συγκεντρωμένη και πιο φωτισμένη. Η πείρα όλων των επαναστάσεων και όλων των κινημάτων των καταπιεζομένων τάξεων, η πείρα του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος μας διδάσκει ότι μόνο το προλεταριάτο είναι σε θέση να συνενώσει και να πάρει με το μέρος του τα σκόρπια και καθυστερημένα στρώματα του εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου πληθυσμού.

19. Μόνο η σοβιετική οργάνωση του κράτους μπορεί πραγματικά να τσακίσει μεμιάς και να εξαρθρώσει οριστικά τον παλιό, δηλ. τον αστικό υπαλληλικό και δικαστικό μηχανισμό, που διατηρήθηκε και δεν μπορούσε παρά να διατηρηθεί αναπόφευκτα στις συνθήκες του καπιταλισμού ακόμη και στις πιο δημοκρατικές δημοκρατίες, αποτελώντας στην πράξη το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πραγματοποίηση του δημοκρατισμού για τους εργάτες και για τους εργαζόμενους. Η Κομμούνα του Παρισιού έκανε το πρώτο κοσμοϊστορικό βήμα στο δρόμο αυτό, η Σοβιετική εξουσία - το δεύτερο.

20. Η κατάργηση της κρατικής εξουσίας είναι ένας σκοπός που έβαζαν μπροστά τους όλοι οι σοσιαλιστές και ανάμεσά τους ο Μαρξ στην πρώτη γραμμή. Χωρίς την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού, ο αληθινός δημοκρατισμός, δηλ. η ισότητα και η ελευθερία είναι απραγματοποίητος. Αλλά προς το σκοπό αυτό οδηγεί πρακτικά μόνο η σοβιετική, ή προλεταριακή, δημοκρατία, γιατί, προσελκύοντας τις μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων σε μια μόνιμη και απαραίτητη συμμετοχή στη διακυβέρνηση του κράτους, αρχίζει αμέσως να προετοιμάζει την πλήρη απονέκρωση κάθε κράτους.

21. Η ολοκληρωτική χρεοκοπία των σοσιαλιστών που συγκεντρώθηκαν στη Βέρνη, η πλήρης ανικανότητά τους να καταλάβουν τη νέα, δηλ. την προλεταριακή δημοκρατία, φαίνεται κυρίως από το εξής: Στις 10 του Φλεβάρη 1919 ο Μπράντινγκ κήρυξε τον τερματισμό των εργασιών της διεθνούς συνδιάσκεψης της κίτρινης Διεθνούς στη Βέρνη. Στις 11 του Φλεβάρη 1919 δημοσιεύτηκε στο Βερολίνο, στην «Die Freiheit», εφημερίδα αυτών που συμμετείχαν στη συνδιάσκεψη, μια έκκληση του Κόμματος των «ανεξάρτητων» προς το προλεταριάτο. Στην έκκληση αυτή αναγνωρίζεται ο αστικός χαρακτήρας της κυβέρνησης Σάιντεμαν, την κατηγορούν ότι επιθυμεί να καταργήσει τα Σοβιέτ που αποκαλούνται Trager und Schutzer der Revolution - φορείς και φύλακες της επανάστασης, και γίνεται η πρόταση να νομιμοποιηθούν τα Σοβιέτ, να τους παραχωρηθούν κρατικά δικαιώματα να αναστέλλουν τις αποφάσεις της Εθνοσυνέλευσης και το ζήτημα να παραπέμπεται σε παλλαϊκό δημοψήφισμα.

Η πρόταση αυτή σημαίνει ολοκληρωτική ιδεολογική χρεοκοπία των θεωρητικών που υπεράσπιζαν τη δημοκρατία χωρίς να καταλαβαίνουν τον αστικό της χαρακτήρα. Η γελοία προσπάθεια να συνδυαστεί το σύστημα των Σοβιέτ, δηλ. η δικτατορία του προλεταριάτου, με την Εθνοσυνέλευση, δηλ. με τη δικτατορία της αστικής τάξης, ξεσκεπάζει ολοκληρωτικά και τη φτώχεια της σκέψης των κίτρινων σοσιαλιστών και σοσιαλδημοκρατών, και την πολιτική τους μικροαστική αντιδραστικότητα, και τις δειλές παραχωρήσεις τους στην ασυγκράτητα αυξανόμενη δύναμη της νέας προλεταριακής δημοκρατίας.

22. Καταδικάζοντας τον μπολσεβικισμό, η πλειοψηφία της κίτρινης Διεθνούς στη Βέρνη, που από φόβο μπροστά στις εργατικές μάζες δεν τόλμησε να ψηφίσει τυπικά μια απόφαση σ' αυτό το πνεύμα, ενήργησε σωστά από ταξική άποψη. Ακριβώς αυτή η πλειοψηφία είναι πέρα για πέρα αλληλέγγυη με τους ρώσους μενσεβίκους και σοσιαλιστές-επαναστάτες και με τους Σάιντεμαν στη Γερμανία. Οι Ρώσοι μενσεβίκοι και σοσιαλιστές-επαναστάτες, παραπονούνται ότι διώκονται από τους μπολσεβίκους, προσπαθούν να κρύψουν το γεγονός ότι τις διώξεις αυτές τις επέβαλε η συμμετοχή των μενσεβίκων και των σοσιαλιστών-επαναστατών στον εμφύλιο πόλεμο με το μέρος της αστικής τάξης, ενάντια στο προλεταριάτο. Το ίδιο και οι Σάιντεμαν και το κόμμα τους στη Γερμανία απόδειξαν ήδη ότι συμμετέχουν με τον ίδιο τρόπο ενάντια στους εργάτες...

... Θέλω να κάνω μια πρόταση, που συνίσταται στο εξής: να παρθεί απόφαση στην οποία θα πρέπει να υπογραμμίζονται ειδικά τρία σημεία:

Πρώτο: ένα από τα πιο σπουδαία καθήκοντα για τους συντρόφους των δυτικοευρωπαϊκών χωρών είναι να εξηγήσουν στις μάζες τη σημασία, τη σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα του συστήματος των Σοβιέτ. Στο ζήτημα αυτό παρατηρείται ανεπαρκής κατανόηση. Μολονότι ο Κάουτσκι και ο Χίλφερντινγκ σαν θεωρητικοί έχουν χρεοκοπήσει, τα τελευταία άρθρα τους στην «Freiheit» αποδεικνύουν ότι καθρεφτίζουν σωστά τις διαθέσεις των καθυστερημένων στρωμάτων του γερμανικού προλεταριάτου. Το ίδιο συνέβαινε και σε μας: στους πρώτους οχτώ μήνες της ρωσικής επανάστασης γίνονταν πάρα πολλές συζητήσεις γύρω από το ζήτημα της σοβιετικής οργάνωσης, και στους εργάτες δεν ήταν ξεκάθαρο σε τι συνίσταται το νέο σύστημα και αν τα Σοβιέτ μπορούν να γίνουν κρατικός μηχανισμός. Στην επανάστασή μας προχωρήσαμε όχι από το θεωρητικό, αλλά από τον πραχτικό δρόμο. Λόγου χάρη, παλιότερα δεν βάζαμε θεωρητικά το ζήτημα της Συντακτικής Συνέλευσης, ούτε λέγαμε πως δεν αναγνωρίζουμε τη Συντακτική Συνέλευση. Μόνο αργότερα, όταν πια οι σοβιετικές οργανώσεις απλώθηκαν σε όλη τη χώρα και πήραν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία, μόνο τότε αποφασίσαμε να διαλύσουμε τη Συντακτική Συνέλευση. Τώρα βλέπουμε ότι στην Ουγγαρία και στην Ελβετία το ζήτημα τίθεται με πολύ μεγαλύτερη οξύτητα. Από τη μια μεριά αυτό είναι πολύ καλό: αυτό μας εμπνέει τη σταθερή πεποίθηση πως στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη η επανάσταση προχωρεί πιο γοργά και θα μας φέρει μεγάλες νίκες. Από την άλλη μεριά όμως, αυτό περικλείει κάποιο κίνδυνο, και συγκεκριμένα ότι η πάλη θα είναι τόσο ορμητική, ώστε η συνείδηση των εργατικών μαζών δεν θα μπορεί να συμβαδίσει με μια τέτια ανάπτυξη. Η σημασία του συστήματος των Σοβιέτ εξακολουθεί και τώρα να μην είναι σαφής σε μεγάλες μάζες πολιτικά καλλιεργημένων Γερμανών εργατών, επειδή είναι διαπαιδαγωγημένοι με το πνεύμα του κοινοβουλευτισμού και των αστικών προκαταλήψεων.

Δεύτερο: για την επέκταση του συστήματος των Σοβιέτ. Οταν ακούμε πόσο γρήγορα διαδίδεται η ιδέα των Σοβιέτ στη Γερμανία, ακόμη και στην Αγγλία, αυτό αποτελεί για μας την πιο σπουδαία απόδειξη πως η προλεταριακή επανάσταση θα νικήσει. Η πορεία της μπορεί να ανακοπεί μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλο είναι αυτό που μας δηλώνουν οι σύντροφοι Αλμπερτ και Πλάττεν, ότι δηλ. στα χωριά της χώρας τους δεν υπάρχουν σχεδόν Σοβιέτ των εργατών γης και της μικροαγροτιάς. Διάβασα στην «Rote Fahne», ένα άρθρο που κηρύσσεται κατά των Σοβιέτ των αγροτών, αλλά και πολύ σωστά υπέρ των Σοβιέτ των εργατών γης και της φτωχολογιάς του χωριού. Η αστική τάξη και οι λακέδες της, σαν τον Σάιντεμαν και Σία, έριξαν κιόλας το σύνθημα: Σοβιέτ των αγροτών. Εμείς όμως χρειαζόμαστε μόνο Σοβιέτ των εργατών γης και της φτωχολογιάς του χωριού. Δυστυχώς, από τις εκθέσεις των συντρόφων Αλμπερτ και Πλάττεν και άλλων, διαπιστώνουμε ότι, αν εξαιρέσουμε την Ουγγαρία, πολύ λίγα γίνονται για την επέκταση του σοβιετικού συστήματος στο χωριό. Αυτό αποτελεί ίσως και έναν συγκεκριμένο και πολύ μεγάλο κίνδυνο για την κατάσταση μιας σίγουρης νίκης από το γερμανικό προλεταριάτο. Η νίκη μπορεί να θεωρείται εξασφαλισμένη μονάχα όταν θα έχουν οργανωθεί όχι μόνο οι εργάτες της πόλης, αλλά και οι προλετάριοι του χωριού, και μάλιστα όχι όπως πριν - στα συνδικάτα και στους συνεταιρισμούς - αλλά στα Σοβιέτ. Εμείς εξασφαλίσαμε πιο εύκολα τη νίκη, γιατί τον Οχτώβρη του 1917 βαδίζαμε μαζί με την αγροτιά, με όλη την αγροτιά. Μ' αυτή την έννοια η επανάστασή μας ήταν τότε αστική. Το πρώτο μέτρο της προλεταριακής μας κυβέρνησης ήταν ότι οι παλιές διεκδικήσεις όλης της αγροτιάς που είχαν διατυπωθεί ακόμη επί Κερένσκι, από τα Σοβιέτ των αγροτών και τις συνελεύσεις των αγροτών, αναγνωρίστηκαν με νόμο που εξέδοσε η κυβέρνησή μας την επομένη της επανάστασης, δηλ. στις 26 του Οχτώβρη (με το παλιό ημερόλογιο) 1917. Σ' αυτό βρισκόταν η δύναμή μας και ακριβώς γι' αυτό μας ήταν τόσο εύκολο να κατακτήσουμε τη συντριπτική πλειοψηφία. Στο χωριό η επανάστασή μας εξακολουθούσε να είναι αστική, και μόνο αργότερα, ύστερα από μισό χρόνο αναγκαστήκαμε να αρχίσουμε στα χωριά στα πλαίσια της κρατικής οργάνωσης την ταξική πάλη, να συγκροτούμε σε κάθε χωριό Επιτροπές φτωχολογιάς, των μισοπρολετάριων και να παλεύουμε συστηματικά ενάντια στην αστική τάξη του χωριού. Σε μας αυτό ήταν αναπόφευκτο λόγω της καθυστέρησης της Ρωσίας. Στη δυτική Ευρώπη τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά, γι' αυτό κι εμείς πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η επέκταση του συστήματος των Σοβιέτ και στον πληθυσμό της υπαίθρου με αντίστοιχες, ίσως νέες μορφές, είναι απόλυτα αναγκαία.

Τρίτο: πρέπει να πούμε ότι η κατάκτηση κομμουνιστικής πλειοψηφίας στα Σοβιέτ αποτελεί το κύριο καθήκον σε όλες τις χώρες, όπου η Σοβιετική εξουσία δεν νίκησε ακόμη. Η επιτροπή μας για τη σύνταξη των αποφάσεων συζήτησε χθες αυτό το ζήτημα. Μπορεί και άλλοι σύντροφοι να πουν την γνώμη τους πάνω σ' αυτό, θα ήθελα όμως να προτείνω να ψηφιστούν τα τρία αυτά σημεία και να μπουν σε ξεχωριστή απόφαση. Εμείς δεν μπορούμε βέβαια να προδιαγράψουμε το δρόμο ανάπτυξης. Είναι πολύ πιθανό ότι σε πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες η επανάσταση θα αρχίσει πολύ γρήγορα, αλλά εμείς σαν οργανωμένο τμήμα της εργατικής τάξης, σαν κόμμα επιδιώκουμε και πρέπει να επιδιώκουμε να πάρουμε την πλειοψηφία στα Σοβιέτ. Τότε η νίκη μας θα είναι εξασφαλισμένη, και καμιά δύναμη δεν θα είναι σε θέση να επιχειρήσει κατιτί ενάντια στην κομμουνιστική επανάσταση. Αλλιώς η νίκη δεν θα κερδηθεί τόσο εύκολα και δεν θα είναι μακρόχρονη. Λοιπόν, θα ήθελα να προτείνω να ψηφιστούν τα τρία αυτά σημεία με μορφή ειδικής απόφασης.

Β.Ι. Λένιν - Για τον Μαρξ και τον Μαρξισμό

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
Η διδασκαλία του Μαρξ προκαλεί σ' όλο τον πολιτισμένο κόσμο τη μεγαλύτερη εχθρότητα και το μίσος όλης της αστικής
επιστήμης (και της επίσημης και της φιλελεύθερης), που βλέπει το μαρξισμό σαν μια «βλαβερή αίρεση». Και δεν μπορεί
να περιμένει κανείς διαφορετική στάση, γιατί δεν είναι δυνατό να υπάρξει «αμερόληπτη» κοινωνική επιστήμη σε μια
κοινωνία χτισμένη πάνω στην ταξική πάλη. Έτσι είτε αλλιώς, και η επίσημη και η φιλελεύθερη επιστήμη, υπερασπίζει
μισθωτή δουλεία, ενώ ο μαρξισμός έχει κηρύξει αμείλικτο πόλεμο ενάντια σ' αυτή τη δουλεία. Το να περιμένει κανείς
αμερόληπτη επιστήμη στην κοινωνία της μισθωτής δουλείας είναι κουτούτσικη αφέλεια, που μοιάζει με το να περιμένει
κανείς αμεροληψία από τους εργοστασιάρχες στο ζήτημα, αν θα πρέπει ν' αυξήσουν το μεροκάματο των εργατών,
ελαττώνοντας τα κέρδη του κεφαλαίου.
Μα δεν είναι μόνο αυτό. Η ιστορία της φιλοσοφίας και η ιστορία της κοινωνικής επιστήμης δείχνουν πεντακάθαρα ότι
στο μαρξισμό δεν υπάρχει τίποτε που να μοιάζει με «αίρεση», με την έννοια κάποιας κλειστής, αποστεωμένης
διδασκαλίας που εμφανίστηκε έξω από τη λεωφόρο της εξέλιξης του παγκόσμιου πολιτισμού. Αντίθετα, όλη η
μεγαλοφυία του Μαρξ βρίσκεται ακριβώς στο ότι έδωσε απαντήσεις στα ερωτήματα που είχε ήδη θέσει η πρωτοπόρα
σκέψη της ανθρωπότητας. Η διδασκαλία του γεννήθηκε σαν κατευθείαν και άμεση συνέχιση της διδασκαλίας των πιο
μεγάλων εκπροσώπων της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και του σοσιαλισμού.
Η διδασκαλία του Μαρξ είναι παντοδύναμη, γιατί είναι σωστή. Είναι πλήρης και αρμονική, γιατί δίνει στους ανθρώπους
μια ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία, ασυμβίβαστη απέναντι σε κάθε δεισιδαιμονία, σε κάθε αντίδραση, σε κάθε
υπεράσπιση της αστικής καταπίεσης. Είναι νόμιμος διάδοχος ό,τι πιο καλοΰ δημιούργησε η ανθρωπότητα στο 19ο
αιώνα με τη μορφή της γερμανικής φιλοσοφίας, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας, του γαλλικού σοσιαλισμού.
Σ' αυτές τις τρεις πηγές, που αποτελούν ταυτόχρονα και τα συστατικά μέρη του μαρξισμού, θα σταθούμε με συντομία.
Ι Η φιλοσοφία του μαρξισμού είναι ο υλισμός. Στη διάρκεια όλης της νεότερης ιστορίας της Ευρώπης και κυρίως στα
τέλη του 18ου αιώνα, στη Γαλλία όπου δινόταν η αποφασιστική μάχη ενάντια σε κάθε μεσαιωνική σαβούρα, ενάντια στη
δουλοπαροικία που επικρατούσε στους θεσμούς και στις ιδέες, ο υλισμός αποδείχτηκε η μοναδική συνεπής φιλοσοφία,
πιστή σ' όλες τις αρχές των φυσικών επιστημών, εχθρική προς τις δεισιδαιμονίες, την ψευτοευλάβεια κλπ. Γι' αυτό οι
εχθροί της δημοκρατίας προσπαθούσαν με όλες τους τις δυνάμεις να «αναιρέσουν», να υποσκάψουν, να
συκοφαντήσουν τον υλισμό και υπεράσπιζαν τις διάφορες μορφές του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, που έτσι είτε αλλιώς
καταλήγει πάντα στην υπεράσπιση ή στην υποστήριξη της θρησκείας.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υπεράσπισαν με τον πιο αποφασιστικό τρόπο το φιλοσοφικό υλισμό και εξήγησαν επανειλημμένα
πόσο βαθιά λαθεμένη είναι κάθε παρέκκλιση απ' αυτή τη βάση. Οι απόψεις τους έχουν εκτεθεί με τη μεγαλύτερη
σαφήνεια και διεξοδικότητα στα έργα του Ένγκελς Λουδοβίκος Φόιερμπαχκαι Αντι-Ντίρινγκ, που, όπως και το
Κομμουνιστικό Μανιφέστο, αποτελούν εγκόλπιο κάθε συνειδητού εργάτη.
Ο Μαρξ όμως δε σταμάτησε στον υλισμό του 18ου αιώνα, μα προώθησε τη φιλοσοφία. Την πλούτισε με τις κατακτήσεις
της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα του συστήματος του Χεγκελ, που με τη σειρά του είχε οδηγήσει στον
υλισμό του Φόιερμπαχ. Η κυριότερη απ' αυτές τις κατακτήσεις είναι η διαλεκτική, δηλαδή η διδασκαλία της εξέλιξης
στην πιο πλήρη, βαθιά κι απαλλαγμένη από κάθε μονομέρεια μορφή της, η διδασκαλία της σχετικότητας της
ανθρώπινης γνώσης που μας δίνει μια αντανάκλαση της αιώνια εξελισσόμενης ύλης. Οι νεότατες ανακαλύψεις των
φυσικών επιστημών -ράδιο, ηλεκτρόνια, μεταστοιχείωση- επιβεβαίωσαν περίλαμπρα το διαλεκτικό υλικό του Μαρξ,
παρ' όλες τις θεωρίες των αστών φιλοσόφων με τις «καινούργιες» αναδρομές τους στον παλιό και σάπιο ιδεαλισμό.
Ο Μαρξ, βαθαίνοντας και αναπτύσσοντας το φιλοσοφικό υλισμό, τον οδήγησε ως το τέλος, τον επέκτεινε από τη γνώση
της φύσης στη γνώση της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο ιστορικός υλισμός του Μαρξ αποτελεί μέγιστη κατάκτηση της
επιστημονικής σκέψης. Το χάος και η αυθαιρεσία που βασίλευαν ως τότε στις αντιλήψεις για την ιστορία και την
πολιτική, αντικαταστάθηκαν από μια καταπληκτικά ολοκληρωμένη και αρμονική επιστημονική θεωρία, που δείχνει πώς
μέσα από μια μορφή της κοινωνικής ζωής αναπτύσσεται, σαν συνέπεια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μια
άλλη, ανώτερη μορφή, από τη δουλοπαροικία, π.χ., γεννιέται ο καπιταλισμός.
Όπως ακριβώς η γνώση του ανθρώπου αντανακλά τη φύση που υπάρχει ανεξάρτητα απ' αυτόν, δηλαδή την
εξελισσόμενη ύλη, έτσι και η κοινωνική γνώση του ανθρώπου (δηλαδή οι διάφορες αντιλήψεις και διδασκαλίες
φιλοσοφικές, θρησκευτικές, πολιτικές κλπ.) αντανακλά το οικονομικό καθεστώς της κοινωνίας. Οι πολιτικοί θεσμοί είναι
το εποικοδόμημα πάνω στην οικονομική βάση. Βλέπουμε, λ.χ., πώς οι διάφορες πολιτικές μορφές των σύγχρονων
ευρωπαϊκών κρατών χρησιμεύουν για τη στερέωση της κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στο προλεταριάτο.
Η φιλοσοφία του Μαρξ είναι ο ολοκληρωμένος φιλοσοφικός υλισμός, που έδωσε στην ανθρωπότητα -και ιδιαίτερα στην
εργατική τάξη- ισχυρά όργανα γνώσης.
II Ο Μαρξ, αφού αναγνώρισε ότι το οικονομικό καθεστώς είναι η βάση πάνω στην οποία υψώνεται το πολιτικό
εποικοδόμημα, έστρεψε κυρίως την προσοχή του στη μελέτη αυτού του οικονομικού καθεστώτος. Το βασικό έργο του
Μαρξ, Το Κεφάλαιο, είναι αφιερωμένο στη μελέτη του οικονομικού καθεστώτος της σύγχρονης, δηλαδή της
καπιταλιστικής, κοινωνίας.
Η κλασική πολιτική οικονομία διαμορφώθηκε πριν από τον Μαρξ στην Αγγλία, την πιο εξελιγμένη καπιταλιστική χώρα. Ο
Άνταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο, μελετώντας το οικονομικό καθεστώς, έβαλαν τις βάσεις της εργασιακής θεωρίας της
αξίας. Ο Μαρξ συνέχισε το έργο τους. Θεμελίωσε γερά και ανάπτυξε με συνέπεια αυτή τη θεωρία. Έδειξε ότι η αξία κάθε
εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, που απαιτείται για την
παραγωγή του εμπορεύματος.
Εκεί όπου οι αστοί οικονομολόγοι έβλεπαν σχέσεις πραγμάτων (ανταλλαγή εμπορεύματος με εμπόρευμα), ο Μαρξ
αποκάλυψε σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων εκφράζει τη σύνδεση ανάμεσα στους
ξεχωριστούς παραγωγούς μέσω της αγοράς. Το χρήμα σημαίνει ότι η σύνδεση αυτή γίνεται όλο και πιο στενή,
συνενώνοντας αδιάρρηκτα σ' ένα σύνολο όλη την οικονομική ζωή των ξεχωριστών παραγωγών. Το κεφάλαιο σημαίνει
παραπέρα ανάπτυξη αυτής της σύνδεσης: η εργατική δύναμη του ανθρώπου γίνεται εμπόρευμα. Ο μισθωτός εργάτης
πουλάει την εργατική του δύναμη στον ιδιοκτήτη της γης, του εργοστασίου, των εργαλείων δουλειάς. Ένα μέρος της
εργάσιμης μέρας ο εργάτης το διαθέτει για να καλύψει τα έξοδα της συντήρησης του και της συντήρησης της
οικογένειας του (μισθός εργασίας) και το άλλο μέρος της μέρας ο εργάτης δουλεύει δωρεάν, δημιουργώντας για τον
καπιταλιστή την υπεραξία, την πηγή του κέρδους, την πηγή του πλούτου της τάξης των καπιταλιστών.
Η διδασκαλία της υπεραξίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ.
Το κεφάλαιο που δημιουργήθηκε με τη δουλειά του εργάτη, καταπιέζει τον εργάτη, καταστρέφοντας τους
μικρονοικοκυραίους και δημιουργώντας τη στρατιά των ανέργων. Στη βιομηχανία φαίνεται αμέσως η νίκη της μεγάλης
παραγωγής, μα και στη γεωργία βλέπουμε το ίδιο φαινόμενο: η υπεροχή της μεγάλης καπιταλιστικής γεωργίας
μεγαλώνει, αυξάνει η χρησιμοποίηση μηχανών, το αγροτικό νοικοκυριό πιάνεται στη θηλιά του χρηματικού κεφαλαίου,
ξεπέφτει και καταστρέφεται κάτω από το βάρος της καθυστερημένης τεχνικής. Στη γεωργία είναι διαφορετικές οι
μορφές της κατάπτωσης της μικρής παραγωγής, η ίδια όμως η κατάπτωση της είναι γεγονός αναμφισβήτητο.
Το κεφάλαιο, τσακίζοντας τη μικρή παραγωγή, οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στη
δημιουργία μονοπωλιακής θέσης για τις ενώσεις των πολύ μεγάλων καπιταλιστών. Η ίδια η παραγωγή γίνεται όλο και
πιο κοινωνική, -εκατοντάδες χιλιάδες κι εκατομμύρια εργάτες συνενώνονται σ' ένα σχεδιομετρικό οικονομικό
οργανισμό- ενώ το προϊόν της κοινής εργασίας το ιδιοποιείται μια χούφτα καπιταλιστών. Μεγαλώνει η αναρχία στην
παραγωγή, οι κρίσεις, το λυσσαλέο κυνηγητό των αγορών, η φτώχεια της μάζας του πληθυσμού.
Το καπιταλιστικό καθεστώς, μεγαλώνοντας την εξάρτηση των εργατών από το κεφάλαιο, δημιουργεί τη μεγάλη δύναμη
της ενωμένης εργασίας.
Ο Μαρξ παρακολούθησε την εξέλιξη του καπιταλισμού από τα πρώτα έμβρυα της εμπορευματικής οικονομίας, από την
απλή ανταλλαγή ως τις ανώτερες μορφές του, ως τη μεγάλη παραγωγή.
Και η πείρα όλων των καπιταλιστικών χωρών, τόσο των παλιών όσο και των καινούργιων, δείχνει παραστατικά από
χρόνο σε χρόνο όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό εργατών την ορθότητα της διδασκαλίας αυτής του Μαρξ.
Ο καπιταλισμός νίκησε σ' όλο τον κόσμο, μα η νίκη αυτή δεν είναι παρά μόνο το κατώφλι της νίκης της εργασίας κατά
του κεφαλαίου.
III Όταν ανατράπηκε η δουλοπαροικία και είδε το φως της μέρας η «ελεύθερη» καπιταλιστική κοινωνία,
αποκαλύφθηκε αμέσως ότι η ελευθερία αυτή σημαίνει καινούργιο σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης των
εργαζομένων. Αμέσως άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες σοσιαλιστικές διδασκαλίες, σαν αντανάκλαση αυτής της
καταπίεσης και σαν διαμαρτυρία ενάντια της. Ο αρχικός όμως σοσιαλισμός ήταν ουτοπικός σοσιαλισμός. Έκανε κριτική
στην καπιταλιστική κοινωνία, την καταδίκαζε, την καταριόταν, ονειρευόταν τον αφανισμό της, έπλαθε με τη φαντασία
του ένα καλύτερο καθεστώς, προσπαθούσε να πείσει τους πλούσιους για το ανήθικο της εκμετάλλευσης.
Μα ο ουτοπικός σοσιαλισμός δεν μπορούσε να υποδείξει μια πραγματική διέξοδο. Δεν μπορούσε ούτε να εξηγήσει την
ουσία της μισθωτής σκλαβιάς στον καπιταλισμό, ούτε ν' ανακαλύψει τους νόμους της εξέλιξης του, ούτε να βρει την
κοινωνική εκείνη δύναμη πον είναι ικανή να γίνει ο δημιουργός της νέας κοινωνίας.
Στο μεταξύ, οι θυελλώδεις επαναστάσεις, που συνόδεψαν την πτώση της φεουδαρχίας, της δουλοπαροικίας, παντού
στην Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία, αποκάλυπταν όλο και πιο εξώφθαλμα πως βάση όλης της εξέλιξης και κινητήρια
δύναμη της είναι η πάλη των τάξεων.
Καμιά νίκη της πολιτικής ελευθερίας πάνω στην τάξη των φεουδαρχών δεν κατακτήθηκε χωρίς απεγνωσμένη αντίσταση.
Καμιά καπιταλιστική χώρα δε διαμορφώθηκε πάνω σε λίγο-πολύ ελεύθερη, δημοκρατική βάση, χωρίς αγώνα ζωής ή
θανάτου ανάμεσα στις διάφορες τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Η μεγαλοφυία του Μαρξ συνίσταται στο ότι μπόρεσε νωρίτερα απ' όλους να βγάλει από δω το συμπέρασμα που μας
διδάσκει η παγκόσμια ιστορία και να το εφαρμόσει με συνέπεια. Το συμπέρασμα αυτό είναι η διδασκαλία για την ταξική
πάλη.
Οι άνθρωποι ήταν πάντα και θα είναι πάντα τα απλοϊκά θύματα της απάτης και της αυταπάτης στην πολιτική, όσο δε θα
μάθουν ν' αναζητούν πίσω από τις διάφορες ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές φράσεις, διακηρύξεις,
υποσχέσεις, τα συμφέροντα τούτων ή εκείνων των τάξεων. Οι οπαδοί των μεταρρυθμίσεων και των βελτιώσεων θα
εξαπατούνται πάντα από τους υπερασπιστές του παλιού, εφόσον δε θα καταλάβουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο
παράλογος και σάπιος κι αν φαίνεται, κρατιέται από τις δυνάμεις τούτων ή εκείνων των κυρίαρχων τάξεων. Και για να
σπάσουμε την αντίσταση αυτών των τάξεων υπάρχει μόνο ένα μέσο: να βρούμε μέσα στην ίδια την κοινωνία που μας
περιβάλλει, να διαφωτίσουμε και να οργανώσουμε για την πάλη τις δυνάμεις εκείνες που μπορούν -και λόγω της
κοινωνικής τους θέσης οφείλουν- ν' αποτελέσουν τη δύναμη την ικανή να σαρώσει το παλιό και να δημιουργήσει το νέο.
Μόνο ο φιλοσοφικός υλισμός του Μαρξ έδειξε στο προλεταριάτο τη διέξοδο από την πνευματική σκλαβιά, όπου
φυτοζωούσαν και φυτοζωούν ως τώρα όλες οι καταπιεζόμενες τάξεις. Μόνο η οικονομική θεωρία του Μαρξ εξήγησε την
πραγματική θέση του προλεταριάτου μέσα στο γενικό σύστημα του καπιταλισμού.
Σε όλο τον κόσμο, από την Αμερική ως την Ιαπωνία και από τη Σουηδία ως τη Νότια Αφρική, πληθαίνουν οι αυτοτελείς
οργανώσεις του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο διαφωτίζεται και διαπαιδαγωγείται, διεξάγοντας την ταξική του πάλη,
απαλλάσσεται από τις προλήψεις της αστικής κοινωνίας, συσπειρώνεται όλο και πιο σφιχτά και μαθαίνει να εκτιμά
σωστά τις επιτυχίες του, ατσα-λώνει τις δυνάμεις του και αναπτύσσεται ακατάπαυστα.
Προσβεστσένιγε, τεύχ. 3, Μάρτης του 1913 Υπογραφή: ΒΛ.
Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο τον περιοδικού Προσβεστσένιγε
ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΕΠΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑ ΜΑΡΞ
Το κύριο στη διδασκαλία του Μαρξ είναι ότι φώτισε τον κοσμοϊστορικό ρόλο του προλεταριάτου σαν δημιουργού της
σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η πορεία των γεγονότων σ' όλο τον κόσμο επιβεβαίωσε άραγε κατοπινά αυτή τη διδασκαλία,
όπως την είχε εκθέσει ο Μαρξ;
Για πρώτη φορά ο Μαρξ μίλησε γι' αυτήν το 1844. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ και του Ένγκελς, που βγήκε
το 1848, μας δίνει κιόλας μια πλήρη, συστηματική, την καλύτερη ως τα τώρα έκθεση αυτής της διδασκαλίας. Από τότε, η
παγκόσμια ιστορία χωρίζεται ξεκάθαρα σε τρεις κύριες περιόδους:
1. Από την επανάσταση του 1848 ως την Κομμούνα του Παρισιού (1871).
2. Από την Κομμούνα του Παρισιού ως τη ρωσική επανάσταση (1905).
3. Από τη ρωσική επανάσταση και ύστερα.
Ας δούμε φευγαλέα ποια τύχη είχε η διδασκαλία του Μαρξ στην καθεμιά απ' αυτές τις περιόδους.
Ι Στις αρχές της πρώτης περιόδου δεν κυριαρχεί καθόλου η διδασκαλία του Μαρξ. Δεν είναι παρά μια από τις εξαιρετικά
πολυάριθμες ομάδες ή ρεύματα του σοσιαλισμού. Κυριαρχούν τέτοιες μορφές σοσιαλισμού, που συγγενεύουν βασικά
με το δικό μας το ναροντνικισμό: Μη κατανόηση της υλιστικής βάσης της ιστορικής κίνησης, ανικανότητα να ξεχωρίσουν
το ρόλο και τη σημασία της κάθε τάξης της καπιταλιστικής κοινωνίας, συγκάλυψη της αστικής ουσίας των δημοκρατικών
μετασχηματισμών με διάφορες δήθεν σοσιαλιστικές φράσεις για το «λαό», τη «δικαιοσύνη», το «δίκαιο» κλπ.
Η επανάσταση του 1848 δίνει θανάσιμο χτύπημα σε όλες αυτές τις θορυβώδεις, παρδαλές, φωνακλάδικες μορφές του
προμαρξικού σοσιαλισμού. Η επανάσταση σ' όλες τις χώρες δείχνει τις διάφορες τάξεις της κοινωνίας στη δράση. Οι
τουφεκισμοί των εργατών από τη δημοκρατική αστική τάξη τις μέρες του Ιούνη του 1848 στο Παρίσι δείχνουν οριστικά
ότι μόνο το προλεταριάτο είναι από τη φύση του σοσιαλιστικό. Η φιλελεύθερη αστική τάξη φοβάται εκατό φορές
περισσότερο την ανεξαρτησία αυτής της τάξης από οποιαδήποτε αντίδραση. Ο δειλός φιλελευθερισμός σέρνεται
μπροστά στην αντίδραση. Η αγροτιά ικανοποιείται με την κατάργηση των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας και περνά με
το μέρος του καθεστώτος και μόνο πού και πού ταλαντεύεται ανάμεσα στην εργαηκή δημοκρατία και στον αστικό
φιλελευθερισμό. Όλες οι θεωρίες για αταξικό σοσιαλισμό και για αταξική πολιτική αποδείχνονται κούφιες ανοησίες.
Η Κομμούνα του Παρισιού (1871) τερματίζει αυτή την εξέλιξη των αστικών μετασχηματισμών. Μόνο στον ηρωισμό του
προλεταριάτου χρωστά τη στερέωση της η δημοκρατία, δηλαδή εκείνη η μορφή κρατικής συγκρότησης, όπου οι ταξικές
σχέσεις προβάλλουν με την πιο απροκάλυπτη μορφή.
Σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μια πιο συγχυσμένη και λιγότερο αποτελειωμένη εξέλιξη οδηγεί επίσης στην ίδια
διαμορφωμένη πια αστική κοινωνία. Στα τέλη της πρώτης περιόδου (1848-1871), που ήταν περίοδος με θύελλες και
επαναστάσεις, ο προμαρξικός σοσιαλισμός πεθαίνει. Γεννιούνται ανεξάρτητα προλεταριακά κόμματα: η Ι Διεθνής (1864-
1872) και η γερμανική σοσιαλδημοκρατία.
Η δεύτερη περίοδος (1872-1904) ξεχωρίζει από την πρώτη με τον «ειρηνικό» της χαρακτήρα, με την έλλειψη
επαναστάσεων. Η Δύση έχει τελειώσει με τις αστικές επαναστάσεις. Η Ανατολή δεν έχει ακόμη ωριμάσει γι' αυτές.
Η Δύση μπαίνει στο πεδίο της «ειρηνικής» προετοιμασίας για την εποχή των μελλοντικών μετασχηματισμών. Παντού
διαμορφώνονται προλεταριακά στη βάση τους σοσιαλιστικά κόμματα, που μαθαίνουν να χρησιμοποιούν τον αστικό
κοινοβουλευτισμό, να δημιουργούν τον καθημερινό τους Τύπο, τα μορφωτικά τους ιδρύματα, τα συνδικάτα τους, τους
συνεταιρισμούς τους. Η διδασκαλία του Μαρξ κερδίζει μια πλήρη νίκη και παίρνει πλάτος. Αργά, μα σταθερά προχωρεί
η κίνηση του ξεδιαλέγματος και της συγκέντρωσης των δυνάμεων του προλεταριάτου, της προετοιμασίας του για τις
μελλοντικές μάχες.
Η διαλεκτική της ιστορίας είναι τέτοια, που η θεωρητική νίκη του μαρξισμού αναγκάζει τους εχθρούς του να
μεταμφιεστούν σε μαρξιστές. Ο σαπισμένος εσωτερικός φιλελευθερισμός δοκιμάζει να ξαναζωντανέψει με τη μορφή
του σοσιαλιστικού οπορτουνισμού. Την περίοδο της προετοιμασίας των δυνάμεων για τις μεγάλες μάχες την
ερμηνεύουν με την έννοια της άρνησης αυτών των μαχών. Την καλυτέρευση της κατάστασης των μισθωτών δούλων για
τον αγώνα ενάντια στη μισθωτή δουλεία, την εξηγούν με την έννοια ότι οι μισθωτοί δούλοι πουλάνε για μια πεντάρα τα
δικαιώματα τους στην ελευθερία. Από δειλία κηρύσσουν την «κοινωνική ειρήνη» (δηλαδή την ειρήνη με τη
δουλοκτησία), την άρνηση της ταξικής πάλης κλπ. Έχουν πάρα πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους σοσιαλιστές
κοινοβουλευτικούς άνδρες, στους διάφορους υπαλλήλους του εργατικού κινήματος και στους «συμπαθούντες»
διανοούμενους.
Δεν είχαν ακόμη προλάβει οι οπορτουνιστές να παινευτούν για την «κοινωνική ειρήνη» και για το ότι δεν είναι
αναπόφευκτες οι θύελλες στη «δημοκρατία» και άνοιξε στην Ασία μια καινούργια πηγή για τις πιο μεγάλες παγκόσμιες
θύελλες. Τη ρωσική επανάσταση την ακολούθησαν η τουρκική, η περσική, η κινεζική. Ζούμε τώρα ακριβώς στην εποχή
αυτών των καταιγίδων και της «αντίστροφης αντανάκλασης» τους στην Ευρώπη. Όποια κι αν είναι τα πεπρωμένα της
μεγάλης κινεζικής δημοκρατίας που εναντίον της ακονίζουν τώρα τα δόντια τους οι διάφορες «πολιτισμένες ύαινες»,
καμιά δύναμη στον κόσμο δεν πρόκειται να παλινορθώσει την παλιά δουλοπαροικία στην Ασία, να σαρώσει από το
πρόσωπο της γης τον ηρωικό δημοκρατισμο των λαϊκών μαζών στις ασιατικές και μισοασιατικές χώρες.
Ορισμένοι άνθρωποι που δεν προσέχουν τις συνθήκες της προετοιμασίας και της ανάπτυξης της μαζικής πάλης,
οδηγήθηκαν ως την απόγνωση και τον αναρχισμό από τις μακρόχρονες αναβολές μιας αποφασιστικής πάλης ενάντια
στον καπιταλισμό στην Ευρώπη. Βλέπουμε τώρα πόσο κοντόφθαλμη και λιγόψυχη είναι η αναρχική απόγνωση.
Δεν πρέπει να μας πιάνει απόγνωση, μα να αντλούμε θάρρος από το γεγονός ότι η Ασία με τα 800 εκατομμύρια
ανθρώπους της τραβήχτηκε στον αγώνα για τα ίδια ευρωπαϊκά ιδανικά.
Οι ασιατικές επαναστάσεις μάς έδειξαν την ίδια έλλειψη χαρακτήρα και την προστυχιά του φιλελευθερισμού, την ίδια
εξαιρετική σημασία της ανεξαρτησίας των δημοκρατικών μαζών, τον ίδιο ξεκάθαρο διαχωρισμό του προλεταριάτου από
κάθε αστική τάξη. Όποιος ύστερα από την πείρα της Ευρώπης και της Ασίας μιλάει για αταξική πολιτική και για αταξικό
σοσιαλισμό, αξίζει απλώς να τον βάλουν σ' ένα κλουβί και να τον δείχνουν δίπλα σε ένα καγκουρό της Αυστραλίας.
Ύστερα από την Ασία άρχισε να αναταράζεται -όχι όμως με ασιατικό τρόπο-και η Ευρώπη. Η «ειρηνική» περίοδος του
1872-1904 πέρασε αμετάκλητα στην αιωνιότητα. Η ακρίβεια και ο ζυγός των τραστ προκαλούν μια πρωτοφανέρωτη
όξυνση της οικονομικής πάλης, που έβαλε σε κίνηση ακόμη και τους Άγγλους εργάτες, που έχουν διαφθαρεί
περισσότερο από το φιλελευθερισμό. Μπροστά στα μάτια μας ωριμάζει η πολιτική κρίση ακόμη και μέσα στην πιο
«σκληροτράχηλη» χώρα των αστών και των γιούνκερ, τη Γερμανία. Οι ξέφρενοι εξοπλισμοί και η πολιτική του
ιμπεριαλισμού δημιουργούν στη σύγχρονη Ευρώπη μια τέτοια «κοινωνική ειρήνη» που μοιάζει περισσότερο με
μπαρουταποθήκη. Ενώ η αποσύνθεση όλων των αστικών κομμάτων και το ωρίμασμα του προλεταριάτου προχωρούν
σταθερά.
Μετά την εμφάνιση του μαρξισμού καθεμιά από τις τρεις αυτές μεγάλες εποχές της παγκόσμιας ιστορίας, του έφερε
καινούργιες επιβεβαιώσεις και καινούργιους θριάμβους. Μα ακόμη μεγαλύτερο θρίαμβο θα φέρει στο μαρξισμό, σαν
διδασκαλία του προλεταριάτου, η ιστορική εποχή που μας έρχεται.
Πράβντα, αρ. φύλ. 50,1 τον Μάρτη 1913 Υπογραφή: ΒΛ.
Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο της εφημερίδας Πράβντα
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ (ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΑ ΜΕ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ
ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το άρθρο για τον Καρλ Μαρξ που βγαίνει σήμερα σε μπροσούρα γράφτηκε το 1913 (απ' ό,τι θυμάμαι) για το
Εγκυκλοπαιδικό λεξικό τον Γκρανάτ. Στο τέλος του άρθρου είχε δοθεί μια αρκετά λεπτομερειακή βιβλιοραφία για τον
Μαρξ, κυρίως ξένη. Στη σημερινή έκδοση βιβλιογραφία αυτή παραλείπεται. Επίσης η Σύνταξη του εγκυκλοπαιδικού
λεξικού, από την πλευρά της, για να ιποφύγει τη λογοκρισία, αφαίρεσε το τέλος του άρθρου για τον Μαρξ, που ήταν
αφιερωμένο στην έκθεση της επαναστατικής του τακτικής. Δυστυχώς, δεν έχω τη δυνατότητα να αποκαταστήσω εδώ
αυτό το τέλος, γιατί το πρόχειρο έμεινε κάπου στα χαρτιά μου στην Κρακοβία ή στην Ελβετία. Θυμάμαι μόνο ότι σ' αυτό
το τέλος του άρθρου παράθεσα, ανάμεσα στ' άλλα, και το μέρος από το γράμμα ου Μαρξ προς τον Ένγκελς της 16.ΐν.
1856, όπου ο Μαρξ γράφε: «Στη Γερμανία το παν θα εξαρτηθεί από τη δυναότητα να ενισχυθεί η προλεταριακή
επανάσταση μ' ένα ίδος δεύτερης έκδοσης πολέμου των χωρικών. Τότε τα πράγματα θα πάνε θαυμάσια». Να τι δεν
κατάλαβαν, αρχίζοντας από το 1905, οι μενσεβίκοι μας, που κατρακύλησαν τώρα ως την ολοκληρωτική προδοσία του
σοσιαλισμού, ως το πέρασμα με το μέρος της αστικής τάξης.
Ν. Λένιν Μόσχα 14 V. 1918
*Ο Καρλ Μαρξ γεννήθηκε στις 5 Μάη 1818, με το νέο ημερολόγιο, στην πόλη Τριρ (παραρήνια Πρωσία). Ο πατέρας του
ήταν δικηγόρος, Εβραίος· το 1824 ασπάστηκε τον προτεσταντισμό. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, καλλιεργημένη, όχι
όμως επαναστατική. Αφού τέλειωσε το γυμνάσιο του Τριρ, ο Μαρξ πήγε στο Πανεπιστήμιο, στην αρχή στη Βόννη και
έπειτα στο Βερολίνο και σπούδασε νομικά, προπαντός όμως ιστορία και φιλοσοφία. Τέλειωσε το Πανεπιστήμιο το 1841
με μια διδακτορική διατριβή για τη φιλοσοφία του Επίκουρου. Όσο για τις αντιλήψεις του, ο Μαρξ εκείνη την εποχή
ήταν ακόμη χεγκελιανός ιδεαλιστής. Στο Βερολίνο ανήκε στον κύκλο των «αριστερών-χεγκελιανών» (Μπρούνο
Μπάουερ3 κ.ά.), που προσπαθούσαν να βγάλουν από τη φιλοσοφία του Χέγκελ αθεϊστικά και επαναστατικά
συμπεράσματα.
Όταν τέλειωσε το Πανεπιστήμιο, ο Μαρξ εγκαταστάθηκε στη Βόννη, με σκοπό να γίνει καθηγητής του Πανεπιστημίου. Η
αντιδραστική όμως πολιτική της κυβέρνησης, που το 1832 αφαίρεσε την έδρα από τον Λουδοβίκο Φόιερμπαχ4, το 1836
αρνήθηκε να τον επαναφέρει στο Πανεπιστήμιο και το 1841 απαγόρευσε στο νεαρό καθηγητή Μπρούνο Μπάουερ να
διδάσκει στη Βόννη, ανάγκασε τον Μαρξ να εγκαταλείψει τη σταδιοδρομία του καθηγητή. Η εξέλιξη των ιδεών του
αριστερού χεγκελιανισμού έκανε εκείνο τον καιρό πολύ γρήγορα βήματα στη Γερμανία. Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ
άρχισε, ιδιαίτερα από το 1836, να επικρίνει τη θεολογία και να στρέφεται προς τον υλισμό, στον οποίο προσχωρεί
οριστικά το 1841 (Η ουσία τον χριστιανισμού)· το 1843 βγήκε το βιβλίο του Οι βασικές θέσεις της φιλοσοφίας του
μέλλοντος. «Έπρεπε να υποστεί κανείς την απολυτρωτική επίδραση» αυτών των βιβλίων -έγραφε αργότερα ο Ένγκελς
για τα έργα αυτά του Φόιερμπαχ. «Εμείς» (δηλαδή οι αριστεροί χεγκελιανοί, ανάμεσα σ' αυτούς και ο Μαρξ) «γίναμε
αμέσως φοϊερμπαχικοί». Εκείνο τον καιρό, οι ριζοσπάστες αστοί της Ρηνανίας, που είχαν σημεία επαφής με τους
αριστερούς χεγκελιανούς, ίδρυσαν στην Κολωνία μια αντιπολιτευόμενη εφημερίδα: την Εφημερίδα του Ρήνου (άρχισε
να βγαίνει την 1η του Γενάρη του 1842). Ο Μαρξ και ο Μπρούνο Μπάουερ κλήθηκαν σαν κυριότεροι συνεργάτες· τον
Οκτώβρη του 1842, ο Μαρξ ανέλαβε διευθυντής της εφημερίδας και μετοίκησε από τη Βόννη στην Κολωνία. Με τη
διεύθυνση του Μαρξ, η επαναστατική-δημοκρατική κατεύθυνση της εφημερίδας γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρη· η
κυβέρνηση στην αρχή επέβαλε στην εφημερίδα διπλή και τριπλή λογοκρισία και μετά την 1η του Γενάρη του 1843,
αποφάσισε να την κλείσει εντελώς. Ο Μαρξ βρέθηκε τότε υποχρεωμένος να φύγει από διευθυντής, η αποχώρηση του
όμως δεν έσωσε την εφημερίδα, που κλείστηκε το Μάρτη του 1843. Από τα πιο βαρυσήμαντα άρθρα του Μαρξ στην
Εφημερίδα του Ρήνου ο Ένγκελς σημειώνει, εκτός απ' αυτά που αναφέρονται παρακάτω (βλ. τη Βιβλιογραφία), και ένα
άρθρο για την κατάσταση των αγροτών-αμπελουργών της κοιλάδας του Μόζελ. Η δημοσιογραφική δουλειά έδειξε στον
Μαρξ ότι δεν ήξερε αρκετά καλά την πολιτική οικονομία και γι' αυτό καταπιάστηκε με ζήλο με τη μελέτη της.
Το 1843, ο Μαρξ παντρεύτηκε στο Κρόιτσναχ την Τζένη φον Βεστφάλεν, παιδική του φίλη που την είχε αρραβωνιαστεί
όταν ακόμη ήταν φοιτητής. Η γυναίκα του προερχόταν από μια αντιδραστική αριστοκρατική οικογένεια της Πρωσίας. Ο
μεγαλύτερος αδελφός της έγινε υπουργός Εσωτερικών της Πρωσίας σε μια από τις πιο αντιδραστικές εποχές, το 1850-
1858. Το φθινόπωρο του 1843, ο Μαρξ πήγε στο Παρίσι για να εκδώσει στο εξωτερικό ένα ριζοσπαστικό περιοδικό μαζί
με τον Αρνολντ Ροΰγκε (1802-1880, αριστερός χεγκελιανός. Το 1825-1830 ήταν φυλακή, ύστερα από το 1848
εκπατρισμένος· στα 1866-1870 οπαδός του Βίσμαρκ). Βγήκε μόνο το πρώτο τεύχος αυτού του περιοδικού με τον τίτλο
Γερμανο-γαλλικάχρονικά. Το περιοδικό έπαψε να βγαίνει λόγω των δυσκολιών που παρουσίαζε η παράνομη
κυκλοφορία του στη Γερμανία και λόγω διαφωνιών με τον Ρούγκε. Στα άρθρα του σ' αυτό το περιοδικό, ο Μαρξ παίρνει
ήδη επαναστατική θέση, κηρύσσει «αμείλικτη κριτική σε καθετί που υπάρχει» και ιδιαίτερα «κριτική των όπλων» και
κάνει έκκληση στις μάζες και στο προλεταριάτο.
Το Σεπτέμβρη του 1844 ήρθε στο Παρίσι για μερικές μέρες ο Φρίντριχ Ένγκελς, που έγινε από τότε ο πιο στενός φίλος
του Μαρξ. Μαζί έπαιρναν ενεργότατο μέρος στην τοτινή κοχλάζουσα ζωή των επαναστατικών ομάδων του Παρισιού
(ιδιαίτερη σημασία είχε η θεωρία του Προυντόν, που ο Μαρξ την καταπολέμησε αποφασιστικά στην Αθλιότητα της
φιλοσοφίας το 1847) και επεξεργάστηκαν -παλεύοντας επίμονα ενάντια στις διάφορες θεωρίες του μικροαστικού
σοσιαλισμού- τη θεωρία και την τακτική του επαναστατικού προλεταριακού σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού
(μαρξισμού). Βλ. τα έργα του Μαρξ εκείνης της εποχής, του 1844-1848, στη Βιβλιογραφία που ακολουθεί. Το 1845,
ύστερα από επιμονή της πρωσικής κυβέρνησης, ο Μαρξ απελάθηκε από το Παρίσι σαν επικίνδυνος επαναστάτης και
πήγε στις Βρυξέλλες. Την άνοιξη του 1847, ο Μαρξ και ο Ένγκελς προσχώρησαν σε μια μυστική προπαγανδιστική εταιρία,
την «Ένωση των κομμουνιστών» και πήραν μέρος στο II Συνέδριο αυτής της Ένωσης (Νοέμβρης 1847 στο Λονδίνο), όπου
έπαιξαν εξέχοντα ρόλο. Με εντολή του συνεδρίου σύνταξαν το περίφημο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος που
βγήκε το Φλεβάρη του 1848. Στο έργο αυτό εκτίθεται με μεγαλοφυή σαφήνεια και διαύγεια η νέα κοσμοαντίληψη, ο
συνεπής υλισμός που αγκαλιάζει και την περιοχή της κοινωνικής ζωής, η διαλεκτική σαν η πιο ολόπλευρη και η πιο
βαθιά διδασκαλία της εξέλιξης, η θεωρία της ταξικής πάλης και ο κοσμοϊστορικός επαναστατικός ρόλος του
προλεταριάτου, του δημιουργού της νέας, της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Όταν ξέσπασε η επανάσταση του Φλεβάρη του 18485, ο Μαρξ απελάθηκε από το Βέλγιο. Ξαναγύρισε στο Παρίσι κι από
κει, ύστερα από την επανάσταση του Μάρτη6, πήγε στη Γερμανία και συγκεκριμένα στην Κολωνία. Εκεί άρχισε να
βγαίνει από την 1η του Ιούνη 1848 ως τις 19 του Μάη 1849 η Νέα εφημερίδα του Ρήνου· διευθυντής της εφημερίδας
ήταν ο Μαρξ. Η νέα θεωρία επιβεβαιώθηκε περίλαμπρα από την πορεία των επαναστατικών γεγονότων του 1848-18497,
όπως επιβεβαιώθηκε αργότερα και απ' όλα τα προλεταριακά και δημοκρατικά κινήματα όλων των χωρών του κόσμου. Η
αντεπανάσταση που νίκησε, στην αρχή παρέπεμψε τον Μαρξ σε δίκη (αθωώθηκε στις 9 του Φλεβάρη 1849) και μετά τον
απέλασε από τη Γερμανία (στις 16 του Μάη 1849), Ο Μαρξ πήγε στην αρχή στο Παρίσι, απελάθηκε και από κει ύστερα
από τη διαδήλωση της 13 του Ιούνη του 1849 και πήγε στο Λονδίνο, όπου έμεινε ως το τέλος της ζωής του.
Οι συνθήκες της ζωής του σαν εκπατρισμένου, όπως βγαίνει ανάγλυφα από την αλληλογραφία του με τον Ένγκελς
(εκδόθηκε το 1913), ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Η ανέχεια έπνιγε κυριολεκτικά τον Μαρξ και την οικογένεια του. Αν δεν
υπήρχε η αδιάκοπη, γεμάτη αυταπάρνηση οικονομική ενίσχυση του Ένγκελς, ο Μαρξ όχι μόνο δε θα μπορούσε να
τελειώσει Το Κεφάλαιο, αλλά και θα χανόταν αναπόφευκτα από τη φτώχεια και τις στερήσεις. Εκτός απ' αυτό, οι
θεωρίες και τα ρεύματα του μικροαστικού και γενικότερα του μη προλεταριακού σοσιαλισμού που κυριαρχούσαν τότε,
ανάγκαζαν τον Μαρξ να διεξάγει συνεχώς αμείλικτο αγώνα και κάποτε να αποκρούει τις πιο λυσσαλέες και άγριες
προσωπικές επιθέσεις Μένοντας μακριά από τους κύκλους των εκπατρισμένων, ο Μαρξ σε μια σειρά ιστορικές εργασίες
(βλ. τη Βιβλιογραφία) επεξεργαζόταν την υλιστική του θεωρία, αφιερώνοντας τις δυνάμεις του κυρίως στη μελέτη της
πολιτικής οικονομίας. Την επιστήμη αυτή ο Μαρξ την επαναστατικοποίησε (βλ. παρακάτω τη διδασκαλία του Μαρξ) στα
έργα του Η κριτική της πολιτικής οικονομίας (1859) και Το Κεφάλαιο (τόμ. 1,1867).
Η εποχή της αναζωογόνησης των δημοκρατικών κινημάτων στα τέλη της δεκαετίας 1850-1860 και στη διάρκεια της
δεκαετίας 1860-1870 κάλεσε ξανά τον Μαρξ στην πρακτική δράση. Το 1864 (28 του Σεπτέμβρη) ιδρύθηκε στο Λονδίνο η
ονομαστή Ι Διεθνής, η «Διεθνής ένωση των εργατών». Ο Μαρξ ήταν η ψυχή αυτής της οργάνωσης, ήταν εκείνος που
έγραψε την πρώτη «Διακήρυξη» της8 και μια σειρά αποφάσεις, δηλώσεις και διακηρύξεις της. Ο Μαρξ, συνενώνοντας το
εργατικό κίνημα των διαφόρων χωρών, προσπαθώντας να κατευθύνει στην κοίτη μιας κοινής δράσης τις διάφορες
μορφές του μη προλεταριακού, του προμαρξικού σοσιαλισμού (Ματζίνι9, Προυντόν10, Μπακούνιν11, αγγλικός
φιλελεύθερος τρεϊντγιουνιονισμός, λασσαλικές ταλαντεύσεις προς τα δεξιά στη Γερμανία κλπ.) και καταπολεμώντας τις
θεωρίες όλων αυτών των αιρέσεων και μικροσχολών, σφυρηλάτησε μια ενιαία τακτική της προλεταριακής πάλης της
εργατικής τάξης των διαφόρων χωρών. Ύστερα από την πτώση της Κομμούνας του Παρισιού (1871), που ο Μαρξ την
έκρινε τόσο βαθυστόχαστα, τόσο εύστοχα, τόσο λαμπρά και από την άποψη ενός ανθρώπου της δράσης και ενός
επαναστάτη (Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία του 1871), και ύστερα από τη διάσπαση της Διεθνούς από τους
μπακουνιστές, έγινε αδύνατη η παραμονή της Διεθνούς στην Ευρώπη. Ο Μαρξ μετά το συνέδριο της Διεθνούς στη Χάγη
(1872) εξασφάλισε τη μεταφορά του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς στη Νέα Υόρκη. Η Διεθνής εκπλήρωσε έτσι τη
διεθνή της αποστολή και παραχώρησε τη θέση της σε μια εποχή απροσμέτρητα πιο μεγάλης ανόδου του εργατικού
κινήματος σε όλες τις χώρες του κόσμου, συγκεκριμένα στην εποχή της ανάπτυξης του σε πλάτος, στην εποχή της
δημιουργίας μαζικών σοσιαλιστικών εργατικών κομμάτων στα πλαίσια κάθε εθνικού κράτους.
Η εντατική δράση στη Διεθνή και η ακόμη πιο εντατική απασχόληση του Μαρξ υπόσκαψαν οριστικά την υγεία του.
Συνέχισε το ξαναδούλεμα της πολιτικής οικονομίας και την αποπεράτωση του Κεφαλαίου, συγκεντρώνοντας ένα σωρό
καινούργιο υλικό και μελετώντας μια σειρά γλώσσες (λόγου χάρη, τη ρωσική), μα η αρρώστια δεν τον άφησε να
τελειώσει το Κεφάλαιο.
Στις 2 του Δεκέμβρη 1881 πέθανε η γυναίκα του. Στις 14 του Μάρτη 1883, ο Μαρξ αποκοιμήθηκε ήσυχα και για πάντα
στην πολυθρόνα του. Τον έθαψαν δίπλα στη γυναίκα του, στο νεκροταφείο του Χάιγκεϊτ του Δονδίνου. Από τα παιδιά
του Μαρξ ορισμένα πέθαναν μικρά στο Δονδίνο, τότε που η οικογένεια δυστυχούσε πολύ. Οι τρεις κόρες του
παντρεύτηκαν με σοσιαλιστές της Αγγλίας και της Γαλλίας: η Ελεονόρα Έβελινγκ, η Λάουρα Λαφάργκ και η Τζένη Δονγκέ.
Ο γιος της τελευταίας είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας.
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞ
Μαρξισμός είναι το σύστημα των αντιλήψεων και της διδασκαλίας του Μαρξ. Ο Μαρξ είναι εκείνος που συνέχισε και
ολοκλήρωσε με μεγαλοφυία τα τρία βασικά ιδεολογικά ρεύματα του 19ου αιώνα, που ανήκαν στις τρεις πιο προηγμένες
χώρες της ανθρωπότητας: την κλασική γερμανική φιλοσοφία, την κλασική αγγλική πολιτική οικονομία και το γαλλικό
σοσιαλισμό σε συνδυασμό με τις γαλλικές επαναστατικές διδασκαλίες γενικότερα. Η αναγνωρισμένη ακόμη και από
τους αντίπαλους του Μαρξ αξιοθαύμαστη συνέπεια και ενότητα των απόψεων του, που στο σύνολο τους μας δίνουν το
σύγχρονο υλισμό και το σύγχρονο επιστημονικό σοσιαλισμό, σαν θεωρία και σαν πρόγραμμα του εργατικού κινήματος
όλων των πολιτισμένων χωρών του κόσμου, μας υποχρεώνει να προτάξουμε από την έκθεση του κύριου περιεχομένου
του μαρξισμού, συγκεκριμένα της οικονομικής διδασκαλίας του Μαρξ, μια σύντομη σκιαγραφία της κοσμοαντίληψης
του γενικά.
Ο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ
Ο Μαρξ, από το 1844-1845, που αποκρυσταλλώθηκαν οι απόψεις του, ήταν υλιστής και ειδικά οπαδός του Λ.
Φοιερμπαχ. Σχετικά με τον Φοιερμπαχ είχε τη γνώμη και αργότερα ότι οι αδύνατες πλευρές του συνίστανται
αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο υλισμός του δεν ήταν αρκετά συνεπής και ολόπλευρος. Ο Μαρξ έβλεπε την
κοσμοϊστορική σημασία του Φοιερμπαχ, που «άφησε εποχή», ακριβώς στην αποφασιστική του ρήξη με τον ιδεαλισμό
του Χέγκελ και στη διακήρυξη του υλισμού, που ακόμη «στο 18ο αιώνα, ιδιαίτερα στη Γαλλία, ήταν αγώνας όχι μόνο
ενάντια στους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς, μα και ενάντια στη θρησκεία και στη θεολογία, όπως και... ενάντια σε
κάθε μεταφυσική» (με την έννοια της «εκστατικής θεώρησης» σε αντιδιαστολή από τη «νηφάλια φιλοσοφία») («Η αγία
οικογένεια» στη «Φιλοσοφική Κληρονομιά»). «Για τον Χέγκελ -έγραφε ο Μαρξ- το προτσές της νόησης, που με το όνομα
ιδέα το μετατρέπει μάλιστα σε αυθυπόστατο υποκείμενο, είναι ο δημιουργός του πραγματικού... Για μένα, αντίστροφα,
το ιδεατό δεν είναι παρά το υλικό, μεταφερμένο και μετασχηματισμένο στο ανθρώπινο κεφάλι» (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι,
πρόλογος στη 2η έκδ.). Ο Φρ. Ένγκελς, συμφωνώντας απόλυτα με την υλιστική αυτή φιλοσοφία του Μαρξ και
εκθέτοντας την έγραφε στο Αντι-Ντίρινγκ (βλ.): -ο Μαρξ διάβασε αυτό το έργο από το χειρόγραφο- «... Η ενότητα του
κόσμου δε συνίσταται στο Είναι του, αλλά στην υλικότητά του και η υλικότητα αυτή αποδείχνεται... με μια μακρόχρονη
και επίμονη εξέλιξη της φιλοσοφίας και της φυσιογνωσίας... Η κίνηση είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης. Ποτέ και
πουθενά δεν υπήρξε και δεν μπορεί να υπάρξει ύλη χωρίς κίνηση, κίνηση χωρίς ύλη... Αν βάλουμε το ερώτημα... τι είναι
νόηση και συνείδηση και από πού προέρχονται, θα δούμε ότι είναι προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού και ότι ο ίδιος ο
άνθρωπος είναι προϊόν της φύσης, που αναπτύχθηκε μέσα στη γνωστή φυσική κατάσταση και μαζί μ' αυτήν. Έτσι είναι
αυτονόητο ότι τα προϊόντα του ανθρώπινου μυαλού, που σε τελευταία ανάλυση είναι επίσης προϊόντα της φύσης, δεν
αντιφάσκουν με την υπόλοιπη αλληλουχία της φύσης, αλλά ανταποκρίνονται σ' αυτήν».
«Ο Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής, με άλλα λόγια, γι' αυτόν οι σκέψεις του μυαλού του δεν ήταν απεικονίσεις ( κάποτε ο
Ένγκελς μιλάει για «έκτυπα») λιγότερο ή περισσότερο αφηρημένες των πραγματικών αντικειμένων και γεγονότων, αλλά
αντίθετα τα πράγματα και η ανάπτυξη τους ήταν γι' αυτόν οι πραγματοποιημένες απεικονίσεις της ιδέας που υπήρχε
κιόλας κάπου πριν από τον κόσμο». Στο έργο του Λουδοβίκος Φόιερμπαχ, όπου ο Φρ. Ένγκελς εκθέτει τις απόψεις του
και τις απόψεις του Μαρξ για τη φιλοσοφία του Φόιερμπαχ και που ο Ένγκελς το έστειλε για εκτύπωση, αφού
προηγούμενα διάβασε το παλιό χειρόγραφο που είχε γραφεί από τον ίδιο και τον Μαρξ το 1844-1845 πάνω στο ζήτημα
του Χέγκελ, του Φόιερμπαχ και της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, ο Ένγκελς γράφει: «Το μεγάλο θεμελιακό
πρόβλημα κάθε φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της νεότερης φιλοσοφίας είναι το πρόβλημα της σχέσης νόησης και Είναι,
πνεύματος και φύσης... ποιο είναι το πρωταρχικό: το πνεύμα ή η φύση... Ανάλογα με τον τρόπο που απαντούσαν σ' αυτό
το ερώτημα οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν σε δυο μεγάλα στρατόπεδα. Όσοι ισχυρίζονταν ότι το πνεύμα υπήρχε πριν από τη
φύση και συνεπώς έτσι ή αλλιώς αναγνώριζαν τη δημιουργία του κόσμου... αποτέλεσαν το στρατόπεδο του ιδεαλισμού.
Οι άλλοι, που θεωρούσαν σαν πρωταρχικό τη φύση, ανήκαν στις διάφορες σχολές του υλισμού». Κάθε άλλη
χρησιμοποίηση των εννοιών του (φιλοσοφικού) ιδεαλισμού και υλισμού οδηγεί απλώς σε σύγχυση.
Ο Μαρξ απόρριπτε κατηγορηματικά όχι μόνο τον ιδεαλισμό, που πάντα συνδεόταν έτσι είτε αλλιώς με τη θρησκεία,
αλλά και τη διαδομένη, ιδιαίτερα στις μέρες μας, άποψη του Χιουμ και του Καντ, τον αγνωστικισμό, τον κριτικισμό, το
θετικισμό, με τις διάφορες μορφές τους· κάθε παρόμοια φιλοσοφία τη θεωρούσε «αντιδραστική» παραχώρηση στον
ιδεαλισμό και στην καλύτερη περίπτωση «ντροπαλή αποδοχή από την πίσω πόρτα του υλισμού και απάρνησή του
μπροστά στα μάτια του κόσμου». Βλ. πάνω σ' αυτό το ζήτημα, εκτός από τα αναφερόμενα έργα του Ένγκελς και του
Μαρξ και το γράμμα του τελευταίου προς τον Ένγκελς της 12 του Σεπτέμβρη 1868, όπου ο Μαρξ, σημειώνοντας την «πιο
υλιστική», απ' ό,τι συνήθως, εκδήλωση του γνωστού φυσιοδίφη Τ. Χάξλι και την ομολογία του ότι, εφόσον
«παρατηρούμε και νοούμε κατά τρόπο πραγματικό, δεν μπορούμε ποτέ να εγκαταλείψουμε το έδαφος του υλισμού»,
τον κατηγορεί ότι ανοίγει ένα «παραθυράκι» στον αγνωστικισμό, στο χιουμισμό. Ιδιαίτερα πρέπει να σημειωθεί η
άποψη του Μαρξ για τη σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα: «τυφλή είναι η αναγκαιότητα μόνο όσο
δεν έχει κατανοηθεί. Ελευθερία είναι η συνείδηση της αναγκαιότητας» (Ένγκελς στο Ανη-Ντίρίνγκ) = η αναγνώριση της
αντικειμενικής νομοτέλειας της φύσης και της διαλεκτικής μετατροπής της αναγκαιότητας σε ελευθερία (παράλληλα με
τη μετατροπή του άγνωστου, που, όμως, είναι δυνατό να γίνει γνωστό, «πράγματος καθεαυτού» σε «πράγμα για μας»,
της «ουσίας των πραγμάτων» σε «φαινόμενα»).
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν βασική ανεπάρκεια του «παλιού» υλισμού μαζί και του υλισμού του Φόιερμπαχ (και
πολύ περισσότερο του «χυδαίου» υλισμού των Μπίχνερ-Φοχτ-Μολεσότ) (1) το ότι ο υλισμός αυτός ήταν «κυρίως
μηχανιστικός» και δεν έπαιρνε υπόψη του τη νεότερη εξέλιξη της χημείας και της βιολογίας (και στις μέρες μας θα
έπρεπε ακόμη να προσθέσουμε: και της ηλεκτρικής θεωρίας της ύλης)· (2) το ότι ο παλιός υλισμός δεν ήταν ιστορικός,
δεν ήταν διαλεκτικός (ήταν μεταφυσικός με την έννοια της αντιδιαλεκτικής), δεν εφάρμοζε με συνέπεια και ολόπλευρα
την άποψη της εξέλιξης· (3) το ότι η «ουσία του ανθρώπου» κατανοούνταν απ' αυτούς αφηρημένα και όχι σαν «σύνολο
όλων των κοινωνικών σχέσεων» (καθορισμένων συγκεκριμένα-ιστορικά) και γι' αυτό ο υλισμός αυτός δεν έκανε τίποτε
άλλο παρά «να εξηγεί» τον κόσμο, ενώ το ζήτημα έγκειται στην «αλλαγή» του, με άλλα λόγια δεν καταλάβαινε τη
σημασία της «επαναστατικής πρακτικής δράσης».
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν ότι η διαλεκτική του Χέγκελ, η πιο ολόπλευρη, πλουσιότατη σε περιεχόμενο και πολύ
βαθιά διδασκαλία για την εξέλιξη, ήταν το μεγαλύτερο απόκτημα της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Κάθε άλλη
διατύπωση της αρχής της ανάπτυξης, της εξέλιξης, τη θεωρούσαν μονόπλευρη, φτωχή σε περιεχόμενο, τη θεωρούσαν
παραμόρφωση και διαστροφή της πραγματικής πορείας ανάπτυξης (που συχνά συντελείται με άλματα, καταστροφές και
επαναστάσεις) στη φύση και στην κοινωνία. «Μπορεί να ειπωθεί ότι ο Μαρξ και εγώ ήμασταν οι μόνοι σχεδόν που
βάλαμε μπροστά μας το καθήκον να σώσουμε» (από την καταστροφή του ιδεαλισμού, καθώς και του χεγκελιανισμού)
«τη συνειδητή διαλεκτική και να τη μεταφέρουμε στην υλιστική αντίληψη της φύσης». «Η φύση είναι η επιβεβαίωση της
διαλεκτικής και πρέπει να πούμε ότι οι νεότερες φυσικές επιστήμες δείχνουν ότι η επιβεβαίωση αυτή είναι ασυνήθιστα
πλούσια» (αυτό έχει γραφεί πριν ανακαλυφθούν το ράδιο, τα ηλεκτρόνια, η μεταστοιχείωση κλπ.!), «που συσσωρεύει
καθημερινά ένα σωρό υλικό και αποδείχνει ότι σε τελευταία ανάλυση τα πράγματα στη φύση γίνονται διαλεκτικά και όχι
μεταφυσικά».
«Η μεγάλη θεμελιακή ιδέα, -γράφει ο Ένγκελς- ότι τον κόσμο δεν πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε σαν σύμπλεγμα από
έτοιμα πράγματα, αλλά σαν σύμπλεγμα από προτσές, όπου τα πράγματα, τα φαινομενικά σταθερά, καθώς και οι
ιδεατές απεικονίσεις στο κεφάλι μας, οι έννοιες, βρίσκονται σε αδιάκοπη αλλαγή, πότε εμφανίζονται και πότε
εκμηδενίζονται -η μεγάλη αυτή θεμελιακή ιδέα έγινε, ιδιαίτερα από την εποχή του Χέγκελ, σε τέτοιο βαθμό κοινή
συνείδηση, που είναι ζήτημα αν θα την αμφισβητήσει κανείς στη γενική της μορφή. Άλλο πράγμα όμως είναι να την
παραδέχεσαι στα λόγια και άλλο να την εφαρμόζεις σε κάθε χωριστή περίπτωση και σε κάθε δοσμένο πεδίο έρευνας».
«Για τη διαλεκτική φιλοσοφία τίποτε δεν είναι μια για πάντα καθορισμένο, απόλυτο, ιερό. Παντού και σε όλα η
διαλεκτική φιλοσοφία βλέπει τη σφραγίδα της αναπόφευκτης πτώσης και τίποτε δεν μπορεί να σταθεί μπροστά της,
εκτός από το αδιάκοπο προτσές της γέννησης και της εκμηδένισης, εκτός από το ατελεύτητο ανέβασμα από μια
κατώτερη βαθμίδα σε μια ανώτερη. Και η ίδια δεν είναι παρά μια απλή αντανάκλαση αυτού του προτσές στο
σκεπτόμενο εγκέφαλο». Έτσι, η διαλεκτική, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι η «επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης,
τόσο του εξωτερικού κόσμου όσο και της ανθρώπινης νόησης».
Αυτή την πλευρά, την επαναστατική, της φιλοσοφίας του Χέγκελ την αποδέχτηκε και την ανάπτυξε ο Μαρξ. Ο
διαλεκτικός υλισμός «δεν έχει ανάγκη από καμιά φιλοσοφία που να στέκεται πάνω από τις άλλες επιστήμες». Από την
παλιά φιλοσοφία παραμένει μόνο «η διδασκαλία της νόησης και των νόμων της - η τυπική λογική και η διαλεκτική». Η
διαλεκτική όμως, στην αντίληψη του Μαρξ, όπως και του Χέγκελ, περικλείνει μέσα της εκείνο που σήμερα ονομάζεται
γνωσιοθεωρία, γνωσιολογία, που πρέπει να εξετάζει το αντικείμενο της εξίσου ιστορικά, μελετώντας και γενικεύοντας
την προέλευση και την ανάπτυξη της γνώσης, το πέρασμα από τη μη γνώση στη γνώση.
Στον καιρό μας, η ιδέα της ανάπτυξης, της εξέλιξης, μπήκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην κοινωνική συνείδηση, μα μπήκε
από άλλους δρόμους, όχι μέσω της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Ωστόσο, η ιδέα αυτή με τη διατύπωση που της έδωσαν ο
Μαρξ και ο Ένγκελς, στηριγμένοι στον Χέγκελ, είναι πολύ πιο ολόπλευρη, πολύ πιο πλούσια σε περιεχόμενο, απ' ό,τι η
συνηθισμένη ιδέα της εξέλιξης. Μια ανάπτυξη που φαίνεται σαν να επαναλαμβάνει τις βαθμίδες που διέτρεξε, μα τις
επαναλαμβάνει διαφορετικά, σε ανώτερη βάση («άρνηση της άρνησης»), μια ανάπτυξη, μπορούμε να πούμε,
σπειροειδής και όχι σε ευθεία γραμμή· -μια ανάπτυξη αλματοειδής, καταστροφική, επαναστατική· «διακοπές του
βαθμιαίου», μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα - εσωτερικά κίνητρα της ανάπτυξης, που προέρχονται από την
αντίθεση, από τη σύγκρουση των διαφόρων δυνάμεων και τάσεων που επιδρούν πάνω σε ένα δοσμένο σώμα ή στα
πλαίσια ενός δοσμένου φαινομένου ή μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία· αλληλεξάρτηση και στενότατη, αδιάρρηκτη
αλληλουχία όλων των πλευρών κάθε φαινομένου (η ιστορία ανακαλύπτει ολοένα και νέες πλευρές), αλληλουχία που
μας δίνει το ενιαίο, το νομοτελειακό παγκόσμιο προτσές της κίνησης - αυτά είναι ορισμένα γνωρίσματα της διαλεκτικής,
της πιο πλούσιας (από τη συνηθισμένη) σε περιεχόμενο θεωρίας της εξέλιης. (Βλ. το γράμμα του Μαρξ προς τον Ένγκελς
της 8 του Γενάρη 1868, όπου ειρωνεύεται τις «ανιαρές τριχοτομίες» του Στάιν, που είναι παράλογο να τις συγχέει κανείς
με την υλιστική διαλεκτική).
Η ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η επίγνωση της ασυνέπειας, της ατέλειας και του μονόπλευρου χαρακτήρα του παλιού υλισμού οδήγησε τον Μαρξ στην
πεποίθηση ότι είναι ανάγκη «να εναρμονιστεί η επιστήμη της κοινωνίας με την υλιστική βάση και να ξαναφτιαχτεί πάνω
σ' αυτή τη βάση». Αν ο υλισμός γενικά εξηγεί τη συνείδηση, ξεκινώντας από το Είναι και όχι αντίστροφα, κατά την
εφαρμογή του στην κοινωνική ζωή της ανθρωπότητας απαιτούσε να εξηγείται η κοινωνική συνείδηση, ξεκινώντας από
το κοινωνικό Είναι. «Η τεχνολογία -λέει ο Μαρξ (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι)- αποκαλύπτει την ενεργό στάση του ανθρώπου
απέναντι στη φύση, το άμεσο προτσές παραγωγής της ζωής του και μ' αυτό τον τρόπο και των κοινωνικών σχέσεων της
ζωής του και των πνευματικών παραστάσεων που πηγάζουν απ' αυτές». Στον πρόλογο του έργου του Κριτική της
πολιτικής οικονομίας ο Μαρξ μάς δίνει με τα παρακάτω λόγια μια ολοκληρωμένη διατύπωση των βασικών θέσεων του
υλισμού που τον επεκτείνει στην ανθρώπινη κοινωνία και στην ιστορία της:
«Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη
θέληση τους σχέσεις - σε σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών
παραγωγικών τους δυνάμεων.
Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση
που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές
κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό προτσές
της ζωής γενικά. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, μα αντίθετα το κοινωνικό Είναι τους
καθορίζει τη συνείδηση τους. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξης τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της
κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής -ή ό,τι αποτελεί μονάχα τη νομική έκφραση
αυτού του πράγματος- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των
παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται η εποχή της κοινωνικής
επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, με περισσότερο ή λιγότερο γρήγορους ρυθμούς,
ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Όταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα διάκριση ανάμεσα
στην υλική ανατροπή των οικονομικών όρων της παραγωγής, που μπορούμε να τη διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών
επιστημών, και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, με δυο λόγια τις ιδεολογικές
μορφές, με τις οποίες οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση αυτής της σύγκρουσης και παλεύουν ως τη λύση της.
Όπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, άλλο τόσο δεν μπορούμε
να κρίνουμε μια τέτοια εποχή ανατροπής από τη συνείδηση της. Απεναντίας, τη συνείδηση αυτή πρέπει να την
εξηγήσουμε από τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, από τη σύγκρουση που συντελείται ανάμεσα στις κοινωνικές
παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής...». «Σε γενικές γραμμές, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και
ο σύγχρονος, ο αστικός τρόπος παραγωγής, μπορούν να χαρακτηριστούν σαν προοδευτικές εποχές του οικονομικού
κοινωνικού σχηματισμού». (Βλ. τη σύντομη διατύπωση που δίνει ο Μαρξ στο γράμμα του προς τον Ένγκελς της 7 του
Ιούλη 1866: «Η θεωρία μας για τον καθορισμό της οργάνωσης της εργασίας με τα μέσα παραγωγής».)
Η ανακάλυψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας ή, πιο σωστά, η συνεπής συνέχιση και επέκταση του υλισμού στην
περιοχή των κοινωνικών φαινομένων, εξάλειψε δυο βασικές ανεπάρκειες των προηγούμενων ιστορικών θεωριών. Οι
θεωρίες αυτές στην καλύτερη περίπτωση εξέταζαν μόνο τα ιδεολογικά κίνητρα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων και
δεν ερευνούσαν τι είναι εκείνο που γεννάει αυτά τα κίνητρα, δε συλλαμβάνανε την αντικειμενική νομοτέλεια της
ανάπτυξης του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων, δεν έβλεπαν ότι οι σχέσεις αυτές έχουν τις ρίζες τους στο βαθμό
ανάπτυξης της υλικής παραγωγής. Λεύτερο, οι προηγούμενες θεωρίες δεν έπαιρναν υπόψη τους τη δράση ακριβώς των
μαζών του πληθυσμού, ενώ ο ιστορικός υλισμός έδωσε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να ερευνηθούν, με ακρίβεια που
χαρακτηρίζει τις φυσικοϊστορικές επιστήμες, οι κοινωνικοί όροι της ζωής των μαζών και οι αλλαγές αυτών των όρων. Η
προμαρξική «κοινωνιολογία» και ιστοριογραφία δεν έκαναν στην καλύτερη περίπτωση τίποτε άλλο από το να
συσσωρεύουν ακατέργαστα στοιχεία, μαζεμένα, αποσπασμένα και να απεικονίζουν ορισμένες πλευρές του ιστορικού
προτσές. Ο μαρξισμός έδειξε το δρόμο για μια καθολική, ολόπλευρη μελέτη του προτσές της γέννησης, της ανάπτυξης
και της παρακμής των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, εξετάζοντας όλες τις αντιφατικές τάσεις στο σύνολο τους,
ανάγοντας τες στους όρους ζωής και παραγωγής των διαφόρων τάξεων της κοινωνίας -όρους που μπορούν να
καθοριστούν με ακρίβεια- παραμερίζοντας τον υποκειμενισμό και την αυθαιρεσία στον ξεχωρισμό ορισμένων
«επικρατέστερων» ιδεών ή στην ερμηνεία τους και αποκαλύπτοντας ότι όλες οι ιδέες και όλες οι διάφορες τάσεις έχουν,
χωρίς εξαίρεση, τη ρίζα τους στην κατάσταση των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Οι άνθρωποι δημιουργούν οι ίδιοι
την ιστορία τους, τι είναι όμως εκείνο που καθορίζει τα κίνητρα των ανθρώπων και πιο ειδικά των ανθρώπινων μαζών, τι
είναι εκείνο που προκαλεί τις συγκρούσεις ανάμεσα στις αντιφατικές ιδέες και τάσεις, ποιο είναι το σύνολο όλων αυτών
των συγκρούσεων μέσα σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ποιοι είναι οι αντικειμενικοί όροι της παραγωγής της υλικής
ζωής, που δημιουργούν τη βάση όλης της ιστορικής δράσης των ανθρώπων, ποιος είναι ο νόμος ανάπτυξης αυτών των
όρων - σε όλα αυτά τα προβλήματα έστρεψε την προσοχή του ο Μαρξ και έδειξε το δρόμο για την επιστημονική μελέτη
της ιστορίας, σαν προτσές ενιαίου που κυριαρχείται από νομοτέλεια σε όλη την τεράστια από πολλές πλευρές
αντιφατικότητα του.
Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ
Το ότι οι επιδιώξεις ορισμένων μελών μιας κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις άλλων μελών της, το ότι η
κοινωνική ζωή είναι γεμάτη αντιφάσεις, το ότι η ιστορία μάς δείχνει την πάλη ανάμεσα στους λαούς και ανάμεσα στις
κοινωνίες, καθώς και μέσα στους κόλπους τους και, εκτός απ' αυτό και την εναλλαγή των περιόδων επανάστασης και
αντίδρασης, ειρήνης και πολέμων, στασιμότητας και γοργής προόδου ή κατάπτωσης - όλα αυτά είναι γεγονότα
πασίγνωστα. Ο μαρξισμός μάς έδωσε το οδηγητικό νήμα, που μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε τη νομοτέλεια μέσα σ'
αυτό το φαινομενικό λαβύρινθο και το χάος, συγκεκριμένα: τη θεωρία της ταξικής πάλης. Μόνο η μελέτη του συνόλου
των επιδιώξεων όλων των μελών μιας κοινωνίας ή μιας ομάδας κοινωνιών, επιτρέπει να καθοριστεί επιστημονικά το
αποτέλεσμα αυτών των επιδιώξεων. Και πηγή των αντιφατικών επιδιώξεων είναι η διαφορά που υπάρχει στη θέση και
στους όρους ζωής των τάξεων, στις οποίες διασπάται κάθε κοινωνία. «Η ιστορία όλων των ως τα τώρα κοινωνιών -
γράφει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (με εξαίρεση την ιστορία της πρωτόγονης κοινότητας -προσθέτει
αργότερα ο Ένγκελς)-ήταν ιστορία ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και
δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με λίγα λόγια, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε διαρκή
ανταγωνισμό μεταξύ τους, διεξήγαγαν ένα αδιάκοπο αγώνα, πότε σκεπασμένο, πότε ανοιχτό, έναν αγώνα που τέλειωνε
κάθε φορά με τον επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την κοινή καταστροφή των τάξεων που
αγωνίζονταν...
Η σύγχρονη αστική κοινωνία, που πρόβαλε μέσα από τα σπλάχνα της κατεστραμμένης φεουδαρχικής κοινωνίας, δεν
εξάλειψε τις ταξικές αντιθέσεις. Αντικατάστησε απλώς τις παλιές τάξεις με νέες, τους παλιούς όρους καταπίεσης με
νέους, τις παλιές μορφές πάλης με νέες. Ωστόσο, η εποχή μας, η εποχή της αστικής τάξης, ξεχωρίζει από το γεγονός ότι
απλοποίησε τις ταξικές αντιθέσεις: η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δυο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε
δυο μεγάλες τάξεις που βρίσκονται αντιμέτωπες η μια στην άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο». Από τον καιρό
της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, η ιστορία της Ευρώπης αποκάλυψε πολύ παραστατικά σε μια σειρά χώρες αυτό το
πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, την πάλη των τάξεων. Και ήδη από την εποχή της παλινόρθωσης στη Γαλλία
εμφανίστηκαν μια σειρά ιστορικοί (Τιερί12, Γκιζό13, Μινιέ14, Θιέρσος15), οι οποίοι, γενικεύοντας τα γεγονότα που
συντελέστηκαν, δεν μπορούσαν παρά να αναγνωρίσουν ότι η πάλη των τάξεων είναι το κλειδί για την κατανόηση
ολόκληρης της ιστορίας της Γαλλίας.
Η νεότερη εποχή όμως, η εποχή της πλήρους νίκης της αστικής τάξης, των αντιπροσωπευτικών θεσμών, του πλατιού (αν
όχι καθολικού) εκλογικού δικαιώματος, του φτηνού καθημερινού Τύπου που φτάνει στις μάζες κλπ., η εποχή των
ισχυρών και όλο και πιο πλατιών ενώσεων των εργατών και των ενώσεων των επιχειρηματιών κλπ., έδειξε ακόμη πιο
παραστατικά (αν και κάποτε με μορφή πολύ μονόπλευρη, «ειρηνική», «συνταγματική») ότι κινητήρας των γεγονότων
είναι η πάλη των τάξεων. Το παρακάτω απόσπασμα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ μας δείχνει ότι ο Μαρξ
απαιτούσε από την κοινωνική επιστήμη μια αντικειμενική ανάλυση της θέσης κάθε τάξης μέσα στη σύγχρονη κοινωνία,
σε σύνδεση με την ανάλυση των όρων ανάπτυξης κάθε τάξης: «Απ' όλες τις τάξεις, που τούτη τη στιγμή βρίσκονται
αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη πραγματικά επαναστατική. Οι άλλες τάξεις χάνονται
και εξαφανίζονται με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας· αντίθετα, το προλεταριάτο είναι το δικό της προϊόν. Οι
μεσαίες τάξεις, ο μικροβιομήχανος, ο μικρέμπορος, ο χειροτέχνης, ο αγρότης, όλοι τους πολεμούν την αστική τάξη, για
να σώσουν την ύπαρξη τους από τον αφανισμό σαν μεσαίες τάξεις. Συνεπώς, δεν είναι επαναστατικές, αλλά
συντηρητικές. Κάτι παραπάνω, είναι αντιδραστικές: προσπαθούν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Και
όταν είναι επαναστατικές, αυτό γίνεται εφόσον βρίσκονται μπροστά στο επικείμενο πέρασμα τους στις γραμμές του
προλεταριάτου, εφόσον υπερασπίζουν όχι τα σημερινά, αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εφόσον εγκαταλείπουν
τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου».
Σε μια σειρά ιστορικά έργα (βλ. τη Βιβλιογραφία) ο Μαρξ έδωσε λαμπρά και βαθυστόχαστα πρότυπα υλιστικής
ιστοριογραφίας, ανάλυσης της θέσης κάθε τάξης χωριστά και κάποτε των διαφόρων ομάδων ή στρωμάτων μέσα στην
τάξη, δείχνοντας εξόφθαλμα γιατί και πώς «κάθε ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική». Το απόσπασμα που παραθέσαμε
δείχνει παραστατικά πόσο σύνθετο είναι το δίχτυ των κοινωνικών σχέσεων και των μεταβατικών βαθμίδων από τη μια
τάξη στην άλλη, από το παρελθόν στο μέλλον, που αναλύει ο Μαρξ για να υπολογίσει τη συνισταμένη της ιστορικής
εξέλιξης. Η πιο βαθιά, ολόπλευρη και λεπτομερειακή επιβεβαίωση και εφαρμογή της θεωρίας του Μαρξ είναι η
οικονομική του διδασκαλία.
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞ
«Τελικός σκοπός του έργου μου -λέει ο Μαρξ στον πρόλογο του Κεφαλαίου- είναι η ανακάλυψη του οικονομικού νόμου
κίνησης της σύγχρονης κοινωνίας», δηλαδή της καπιταλιστικής, της αστικής κοινωνίας. Η έρευνα των σχέσεων
παραγωγής της δοσμένης, ιστορικά καθορισμένης, κοινωνίας στη γέννηση, την ανάπτυξη και την παρακμή τους - αυτό
είναι το περιεχόμενο της οικονομικής διδασκαλίας του Μαρξ. Στην καπιταλιστική κοινωνία κυριαρχεί η παραγωγή
εμπορευμάτων, γι' αυτό και ο Μαρξ αρχίζει την ανάλυση του από την ανάλυση του εμπορεύματος.
Η AΞΙΑ
Το εμπόρευμα είναι, πρώτο, ένα πράγμα που ικανοποιεί οποιαδήποτε ανθρώπινη ανάγκη· είναι, δεύτερο, ένα πράγμα
που ανταλλάσσεται με άλλο πράγμα. Η ωφελιμότητα ενός πράγματος το κάνει αξία χρήσης. Η ανταλλακτική αξία (ή
απλώς αξία) είναι πριν απ' όλα μια σχέση, είναι η αναλογία που ορισμένος αριθμός από αξίες χρήσης ενός είδους
ανταλλάσσεται με ορισμένο αριθμό από αξίες χρήσης άλλου είδους. Η καθημερινή πείρα μάς δείχνει ότι εκατομμύρια
και δισεκατομμύρια τέτοιες ανταλλαγές εξισώνουν συνεχώς κάθε λογής αξίες χρήσης, ακόμη και τις πιο διαφορετικές
και μη συγκρίσιμες μεταξύ τους. Τι το κοινό υπάρχει, λοιπόν, ανάμεσα σ' αυτά τα διαφορετικά πράγματα, που
εξισώνονται συνεχώς το ένα με το άλλο μέσα σ' ένα καθορισμένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων; Το κοινό που υπάρχει
ανάμεσα τους είναι ότι αποτελούν προϊόντα εργασίας. Ανταλλάσσοντας οι άνθρωποι τα προϊόντα εξισώνουν τα πιο
διαφορετικά είδη εργασίας. Η παραγωγή εμπορευμάτων είναι ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων, όπου ο κάθε
παραγωγός χωριστά δημιουργεί λογής-λογής προϊόντα (κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας) και όλα αυτά τα
προϊόντα εξισώνονται το ένα με τ' άλλο κατά την ανταλλαγή. Συνεπώς, το κοινό που υπάρχει σε όλα τα εμπορεύματα
δεν είναι η συγκεκριμένη εργασία ενός ορισμένου κλάδου παραγωγής, δεν είναι η εργασία ενός ορισμένου είδους, αλλά
η αφηρημένη ανθρώπινη εργασία, η ανθρώπινη εργασία γενικά. Όλη η εργατική δύναμη μιας δοσμένης κοινωνίας, που
εκφράζεται στο άθροισμα των αξιών όλων των εμπορευμάτων, είναι μια και η ίδια ανθρώπινη εργατική δύναμη: αυτό το
αποδείχνουν δισεκατομμύρια ανταλλαγές. Συνεπώς, κάθε χωριστό εμπόρευμα δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα ορισμένο
μέρος του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Το μέγεθος της αξίας καθορίζεται από την ποσότητα της κοινωνικά
αναγκαίας εργασίας ή από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή ενός δοσμένου
εμπορεύματος, μιας δοσμένης αξίας χρήσης. «Εξισώνοντας στην ανταλλαγή το ένα με το άλλο τα διαφορετικά προϊόντα
τους οι άνθρωποι εξισώνουν μεταξύ τους τις διάφορες εργασίες τους. Αυτό δεν το ξέρουν, μα το κάνουν».
Η αξία είναι σχέση ανάμεσα σε δυο πρόσωπα, όπως είπε ένας παλιός οικονομολόγος. Θα έπρεπε μόνο να προσθέσει:
σχέση καλυμμένη μ' ένα υλικό περίβλημα. Μόνο από την άποψη του συστήματος των κοινωνικών παραγωγικών
σχέσεων ενός καθορισμένου ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού και μάλιστα των σχέσεων οι οποίες εκδηλώνονται στο
μαζικό φαινόμενο της ανταλλαγής που επαναλαμβάνεται δισεκατομμύρια φορές, μπορεί να καταλάβει κανείς τι είναι η
αξία. «Σαν αξίες, τα εμπορεύματα είναι μόνο καθορισμένη μάζα στερεοποιημένου χρόνου εργασίας». Ο Μαρξ, αφού
αναλύει λεπτομερειακά το διπλό χαρακτήρα της εργασίας που είναι ενσαρκωμένη στα εμπορεύματα, περνά στην
ανάλυση της μορφής της αξίας και του χρήματος.
Το βασικό καθήκον του Μαρξ εδώ είναι να μελετήσει την προέλευση της χρηματικής μορφής της αξίας, να μελετήσει το
ιστορικό προτσές της εξέλιξης της ανταλλαγής, αρχίζοντας από τις μεμονωμένες, τυχαίες πράξεις ανταλλαγής («απλή,
μεμονωμένη ή τυχαία μορφή της αξίας»: ορισμένη ποσότητα ενός εμπορεύματος ανταλλάσσεται με ορισμένη ποσότητα
ενός άλλου εμπορεύματος), ως τη γενική μορφή της αξίας, όπου μια σειρά διαφορετικά εμπορεύματα ανταλλάσσονται
με ένα μόνο και καθορισμένο εμπόρευμα και ως τη χρηματική μορφή της αξίας, όπου το καθορισμένο αυτό εμπόρευμα,
το γενικό ισοδύναμο, είναι ο χρυσός. Το χρήμα, σαν το ανώτατο προϊόν εξέλιξης της ανταλλαγής και της εμπορευματικής
παραγωγής, συγκαλύπτει, σκεπάζει τον κοινωνικό χαρακτήρα των ατομικών εργασιών, την κοινωνική σύνδεση ανάμεσα
στους χωριστούς παραγωγούς που ενώνονται μέσω της αγοράς.
Ο Μαρξ υποβάλλει σε εξαιρετικά λεπτομερειακή ανάλυση τις διάφορες λειτουργίες του χρήματος κι εδώ (όπως και
γενικά στα πρώτα κεφάλαια του Κεφαλαίου) έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι η αφηρημένη μορφή έκθεσης του
θέματος, που καμιά φορά φαίνεται καθαρά απαγωγική, στην πραγματικότητα αναφέρει ένα τεράστιο υλικό γεγονότων
από την ιστορία της εξέλιξης της ανταλλαγής και της εμπορευματικής παραγωγής. «Το χρήμα προϋποθέτει ένα ορισμένο
βαθμό ανάπτυξης της εμπορευματικής ανταλλαγής. Οι διάφορες μορφές του χρήματος -απλό εμπορευματικό
ισοδύναμο ή μέσο κυκλοφορίας ή μέσο πληρωμής, θησαυρός και παγκόσμιο χρήμα- δείχνουν, ανάλογα με τη
διαφορετική έκταση της εφαρμογής της μιας ή της άλλης λειτουργίας, ανάλογα με τη σχετική επικράτηση μιας απ'
αυτές, πολύ διαφορετικές βαθμίδες του κοινωνικού προτσές της παραγωγής» (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι.).
Η ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής το χρήμα μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Ο τύπος της
εμπορευματικής κυκλοφορίας ήταν: Ε (εμπόρευμα) - Χ (χρήμα) - Ε (εμπόρευμα), δηλαδή πώληση ενός εμπορεύματος για
την αγορά άλλου. Αντίθετα, ο γενικός τύπος του κεφαλαίου είναι Χ - Ε - Χ, δηλαδή αγορά για πώληση (με κέρδος).
Υπεραξία ονομάζει ο Μαρξ αυτή την αύξηση της αρχικής αξίας του χρήματος που μπαίνει στην κυκλοφορία. Το γεγονός
της «αύξησης» αυτής του χρήματος στην καπιταλιστική κυκλοφορία είναι πασίγνωστο. Αυτή ακριβώς η «αύξηση»
μετατρέπει το χρήμα σε κεφάλαιο, που είναι μια ιδιαίτερη, ιστορικά καθορισμένη, κοινωνική σχέση παραγωγής. Η
υπεραξία δεν μπορεί να γεννηθεί από την εμπορευματική κυκλοφορία, γιατί η τελευταία ξέρει μόνο την ανταλλαγή
ισοδύναμων, δεν μπορεί να γεννηθεί ούτε και από την προσαύξηση της τιμής, γιατί οι αμοιβαίες ζημιές και κέρδη
αγοραστών και πωλητών θα ισοφαρίζονταν, εδώ όμως πρόκειται ακριβώς για ένα μαζικό, μέσο, κοινωνικό φαινόμενο
και όχι για ένα φαινόμενο ατομικό.
Για να αποκτήσει υπεραξία, «ο κάτοχος χρημάτων πρέπει να βρει στην αγορά ένα εμπόρευμα, που η ίδια η αξία χρήσης
του θα έχει το ιδιόμορφο γνώρισμα να είναι πηγή αξίας», ένα εμπόρευμα που το προτσές της χρήσης του να είναι
ταυτόχρονα και προτσές δημιουργίας αξίας. Ένα τέτοιο εμπόρευμα υπάρχει. Είναι η εργατική δύναμη του ανθρώπου. Η
χρήση της εργατικής δύναμης είναι η εργασία, μα η εργασία δημιουργεί αξία. Ο κάτοχος χρήματος αγοράζει την
εργατική δύναμη στην αξία της, που καθορίζεται όπως και η αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, από τον κοινωνικά
αναγκαίο χρόνο εργασίας που χρειάζεται για την παραγωγή της (δηλαδή από την αξία της συντήρησης του εργάτη και
της οικογένειας του). Αφού αγόρασε την εργατική δύναμη, ο κάτοχος χρήματος έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση της,
δηλαδή να αναγκάσει τον εργάτη να δουλέψει ολόκληρη μέρα, ας πούμε 12 ώρες. Όμως ο εργάτης μέσα σε 6 ώρες
(«αναγκαίος» χρόνος εργασίας) δημιουργεί προϊόν που καλύπτει τα έξοδα συντήρησης του, ενώ στις υπόλοιπες 6 ώρες
(«πρόσθετος» χρόνος εργασίας) δημιουργεί ένα «υπερπροϊόν» ή την υπεραξία που δεν του την πληρώνει ο
καπιταλιστής. Συνεπώς, από την άποψη του προτσές παραγωγής, πρέπει να διακρίνουμε δυο μέρη στο κεφάλαιο: το
σταθερό κεφάλαιο, που ξοδεύεται για τα μέσα παραγωγής (μηχανές, εργαλεία δουλειάς, πρώτες ύλες κλπ.) και που η
αξία του περνά (μονομιάς είτε τμηματικά) χωρίς αλλαγές στο έτοιμο προϊόν, και το μεταβλητό κεφάλαιο που ξoδεύεται
για την εργατική δύναμη.
Η αξία αυτού του κεφαλαίου δε μένει αμετάβλητη, αλλά αυξάνει μέσα στο προτσές εργασίας, δημιουργώντας την
υπεραξία. Γι' αυτό, για να εκφράσουμε το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο, πρέπει να
συγκρίνουμε την υπεραξία όχι με όλο το κεφάλαιο, αλλά μόνο με το μετάβλητό κεφάλαιο. Το ποσοστό της υπεραξίας,
όπως ονομάζει ο Μαρξ αυτή τη σχέση, θα είναι, λ.χ., στο παράδειγμα μας-|, δηλαδή 100%.
Ιστορική προϋπόθεση για τη γέννηση του κεφαλαίου είναι, πρώτο, η συσσώρευση ενός ορισμένου χρηματικού ποσού
στα χέρια μερικών ατόμων σε συνθήκες ενός σχετικά υψηλού επιπέδου ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής
γενικά και δεύτερο, η ύπαρξη εργάτη «ελεύθερου» με διπλή έννοια, ελεύθερου από κάθε λογής εμπόδια ή
περιορισμούς στην πώληση της εργατικής του δύναμης και ελεύθερου από τη γη και γενικά από τα μέσα παραγωγής,
εργάτη χωρίς νοικοκυριό, εργάτη «προλετάριου», που δεν έχει άλλα μέσα ύπαρξης εκτός από την πώληση της εργατικής
του δύναμης.
Η υπεραξία μπορεί να αυξηθεί με δυο βασικές μεθόδους: με την παράταση της εργάσιμης μέρας («απόλυτη υπεραξία»)
και με τον περιορισμό της αναγκαίας εργάσιμης μέρας («σχετική υπεραξία»). Αναλύοντας την πρώτη μέθοδο, ο Μαρξ
ξετυλίγει μπροστά μας μια μεγαλειώδη εικόνα της πάλης της εργατικής τάξης για τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας
και της επέμβασης της κρατικής εξουσίας υπέρ της παράτασης της εργάσιμης μέρας (14ος-17ος αιώνας) και του
περιορισμού της (εργοστασιακή νομοθεσία του 19ου αιώνα). Από τότε που είδε το φως Το Κεφάλαιο, η ιστορία του
εργατικού κινήματος όλων των πολιτισμένων χωρών του κόσμου έδωσε χιλιάδες και χιλιάδες νέα γεγονότα που κάνουν
πιο παραστατική αυτή την εικόνα.
Ο Μαρξ, αναλύοντας την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας, ερευνά τα τρία βασικά ιστορικά στάδια αύξησης της
παραγωγικότητας της εργασίας από τον καπιταλισμό: 1) τον απλό συνεταιρισμό, 2) τον καταμερισμό της εργασίας και τη
μανουφακτούρα και 3) τις μηχανές και τη μεγάλη βιομηχανία. Ως ποιο σημείο αποκαλύπτει ως το βάθος ο Μαρξ τα
βασικά, τα τυπικά γνωρίσματα της εξέλιξης του καπιταλισμού, φαίνεται, ανάμεσα στ' άλλα, κι από το γεγονός ότι οι
έρευνες του πάνω στη λεγόμενη ρωσική «χειροτεχνική» βιομηχανία δίνουν πλουσιότατο υλικό για την παραστατική
περιγραφή των δυο πρώτων από τα τρία παραπάνω στάδια. Η επαναστατική επίδραση, όμως, της μεγάλης
μηχανοκίνητης βιομηχανίας, που την περιέγραψε ο Μαρξ στα 1867, εκδηλώθηκε μέσα στο μισό αιώνα που πέρασε από
τότε σε μια σειρά «νέες» χώρες (Ρωσία, Ιαπωνία κ.ά.).
Παρακάτω. Εξαιρετικά σπουδαία και νέα είναι στο έργο του Μαρξ η ανάλυση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή
της μετατροπής ενός μέρους της υπεραξίας σε κεφάλαιο και της χρησιμοποίησης αυτού του μέρους όχι για τις ατομικές
ανάγκες και τις ιδιοτροπίες του καπιταλιστή, αλλά για νέα παραγωγή. Ο Μαρξ έδειξε το λάθος όλης της προηγούμενης
κλασικής πολιτικής οικονομίας (αρχίζοντας από τον Άνταμ Σμίθ16) που είχε δεχτεί ότι όλη η υπεραξία, μετατρεπόμενη σε
κεφάλαιο, πηγαίνει στο μεταβλητό κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα όμως, η υπεραξία αυτή διαιρείται σε μέσα
παραγωγής συν μεταβλητό κεφάλαιο. Τεράστια σημασία στο προτσές της εξέλιξης του καπιταλισμού και της μετατροπής
του σε σοσιαλισμό έχει το γεγονός ότι το μέρος του σταθερού κεφαλαίου (μέσα στο συνολικό ποσό του κεφαλαίου)
αυξάνει πιο γοργά σε σύγκριση με το μέρος του μεταβλητού κεφαλαίου.
Η συσσώρευση του κεφαλαίου, επιταχύνοντας την εκτόπιση των εργατών από τις μηχανές και δημιουργώντας στον ένα
πόλο πλούτη και στον άλλο αθλιότητα, γεννά και το λεγόμενο «βιομηχανικό εφεδρικό στρατό», το «σχετικό πλεόνασμα»
εργατών ή τον «καπιταλιστικό υπερπληθυσμό», που παίρνει εξαιρετικά ποικίλες μορφές και δίνει στο κεφάλαιο τη
δυνατότητα να διευρύνει εξαιρετικά γρήγορα την παραγωγή. Η δυνατότητα αυτή σε σύνδεση με τις πιστώσεις και τη
συσσώρευση του κεφαλαίου σε μέσα παραγωγής δίνει, ανάμεσα στ' άλλα, το κλειδί για την κατανόηση των κρίσεων
υπερπαραγωγής, που στις καπιταλιστικές χώρες επέρχονται περιοδικά, στην αρχή κάθε 10 χρόνια κατά μέσο όρο και
έπειτα σε πιο μακρόχρονα και λιγότερο καθορισμένα χρονικά διαστήματα. Από τη συσσώρευση του κεφαλαίου, που
γίνεται πάνω στη βάση του καπιταλισμού, πρέπει να ξεχωρίσουμε τη λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση, δηλαδή τη
βίαιη απόσπαση του εργαζόμενου από τα μέσα παραγωγής, το διώξιμο των αγροτών από τη γη, την κλοπή της
κοινοτικής γης, το σύστημα των αποικιών και των κρατικών χρεών, των προστατευτικών δασμών κλπ. Η «πρωταρχική
συσσώρευση» δημιουργεί στον ένα πόλο τον «ελεύθερο» προλετάριο και στον άλλο τον κάτοχο χρήματος, τον
καπιταλιστή.
Την «ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης» ο Μαρξ τη χαρακτηρίζει με τα παρακάτω βαρυσήμαντα λόγια: «Η
απαλλοτρίωση των άμεσων παραγωγών συντελείται με τον πιο αμείλικτο βανδαλισμό και με κίνητρο τα πιο άνομα, τα
πιο βρομερά, τα πιο μικροπρεπή μισητά πάθη. Η ατομική ιδιοκτησία, που αποκτήθηκε με τη δουλειά του ιδιοκτήτη»
(του αγρότη και του βιοτέχνη) και «που στηρίζεται, μπορεί να πει κανείς, στη σύμφυση του χωριστού ανεξάρτητου
εργαζόμενου ατόμου με τους όρους της δουλειάς του, εκτοπίζεται από την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία που
στηρίζεται στην εκμετάλλευση ξένης, μα τυπικά ελεύθερης εργασίας... Εκείνος που πρέπει να απαλλοτριωθεί τώρα δεν
είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο καπιταλιστής που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες.
Αυτή η απαλλοτρίωση συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, με τη
συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Ο κάθε καπιταλιστής ξεκάνει πολλούς άλλους καπιταλιστές. Χέρι με χέρι μ' αυτή τη
συγκεντροποίηση ή με την απαλλοτρίωση πολλών καπιταλιστών από λίγους αναπτύσσεται, σε διαρκώς αυξανόμενη
κλίμακα, η συνεργατική μορφή του προτσές εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη
εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας τέτοια, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν
μόνο από κοινού, η πραγματοποίηση οικονομιών σε όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίηση τους ως μέσων
παραγωγής συνδυασμένης κοινωνικής εργασίας, το μπλέξιμο όλων των λαών στο δίχτυ της παγκόσμιας αγοράς και μαζί
μ' αυτό ο διεθνής χαρακτήρας του καπιταλιστικού καθεστώτος.
Παράλληλα με τη συνεχή ελάττωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, που σφετερίζονται και μονοπωλούν
όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετατροπής, μεγαλώνει ο όγκος της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης,
του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά μαζί μεγαλώνει και η αγανάκτηση της εργατικής τάξης που διδάσκεται,
συνενώνεται και οργανώνεται από τον ίδιο το μηχανισμό του προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής. Το μονοπώλιο του
κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ' αυτό. Η συγκεντροποίηση
των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε σημείο που δεν μπορούν συμβιβαστούν με το
καπιταλιστικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Οι
απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται» (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι).
Εξαιρετικά σημαντική και νέα είναι σε συνέχεια η ανάλύση της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου στο σύνολο
του, που δίνει ο Μαρξ στο II τόμο του Κεφαλαίου. Κι εδώ ο Μαρξ παίρνει όχι ένα ατομικό, μα ένα μαζικό φαινόμενο, όχι
ένα πολλοστημοριο της οικονομίας της κοινωνίας, αλλά όλη αυτή την οικονομία στο σύνολο της. Διορθώνοντας το
προαναφερόμενο λάθος των κλασικών, ο Μαρξ χωρίζει όλη την κοινωνική παραγωγή σε δυο μεγάλες υποδιαιρέσεις: Ι)
παραγωγή μέσων παραγωγής και II) παραγωγή ειδών κατανάλωσης και εξετάζει λεπτομερειακά, με αριθμητικά
παραδείγματα που χρησιμοποιεί, την κυκλοφορία όλου του κοινωνικού κεφαλαίου στο σύνολο του, τόσο κατά την
αναπαραγωγή με τις προηγούμενες διαστάσεις όσο και κατά τη συσσώρευση. Στον III τόμο του Κεφαλαίου λύνεται το
πρόβλημα του σχηματισμού του μέσου ποσοστού κέρδους με βάση το νόμο της αξίας. Μεγάλη πρόοδος που
πραγματοποιήθηκε από την οικονομική επιστήμη χάρη στον Μαρξ είναι ότι η ανάλυση γίνεται απ' τη σκοπιά μαζικών
οικονομικών φαινομένων, του συνόλου της κοινωνικής οικονομίας και όχι απ' τη σκοπιά ξεχωριστών περιπτώσεων ή της
εξωτερικής όψης του συναγωνισμού, όπου περιορίζεται συχνά η χυδαία πολιτική οικονομία ή η σύγχρονη «θεωρία της
οριακής ωφελιμότητας».
Στην αρχή, ο Μαρξ αναλύει την προέλευση της υπεραξίας και έπειτα περνάει πια στο χωρισμό της σε κέρδος, τόκο και
γαιοπρόσοδο. Το κέρδος είναι η σχέση της υπεραξίας προς το σύνολο του κεφαλαίου που έχει τοποθετηθεί στην
επιχείρηση. Ένα κεφάλαιο με «υψηλή οργανική σύνθεση» (δηλαδή με υπεροχή του σταθερού κεφαλαίου απέναντι στο
μεταβλητό, σε κλίμακα ανώτερη από τον κοινωνικό μέσο όρο) δίνει ποσοστό κέρδους κάτω από το μέσο όρο. Ένα
κεφάλαιο με «χαμηλή οργανική σύνθεση» δίνει ποσοστό κέρδους πάνω από το μέσο όρο. Ο συναγωνισμός ανάμεσα στα
κεφάλαια, το ελεύθερο πέρασμά τους από τον ένα κλάδο στον άλλο, οδηγεί και στις δυο περιπτώσεις στο μέσο ποσοστό
κέρδους. Το άθροισμα των αξιών όλων των εμπορευμάτων μιας ορισμένης κοινωνίας συμπίπτει με το άθροισμα των
τιμών των εμπορευμάτων, σε κάθε όμως επιχείρηση και σε κάθε κλάδο παραγωγής χωριστά τα εμπορεύματα, με την
επίδραση του συναγωνισμού, δεν πωλούνται σύμφωνα με την αξία τους, αλλά σύμφωνα με τις τιμές παραγωγής (ή
παραγωγικές τιμές) που είναι ίσες με το κεφάλαιο που ξοδεύτηκε συν το μέσο κέρδος.
Έτσι, το πασίγνωστο και αδιαφιλονίκητο γεγονός της απόκλισης των τιμών από τις αξίες και της εξίσωσης των κερδών
εξηγήθηκε πέρα για πέρα από τον Μαρξ με βάση το νόμο της αξίας, γιατί το άθροισμα των αξιών όλων των
εμπορευμάτων συμπίπτει με το άθροισμα των τιμών. Η αναγωγή όμως της (κοινωνικής) αξίας σε (ατομικές) τιμές δε
γίνεται με τρόπο απλό και άμεσο, αλλά με πολύ πολύπλοκο τρόπο: είναι εντελώς φυσικό ότι σε μια κοινωνία σκόρπιων
εμπορευματοπαραγωγών, που συνδέονται μόνο μέσω της αγοράς, η νομοτέλεια δεν μπορεί να εκδηλώνεται παρά μόνο
σαν μέση, κοινωνική, μαζική νομοτέλεια, με την αλληλοαπόσβεση των ατομικών αποκλίσεων προς τη μια ή την άλλη
πλευρά.
Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας σημαίνει πιο γοργή αύξηση του σταθερού κεφαλαίου σε σύγκριση με το
μεταβλητό. Και επειδή η υπεραξία αποτελεί συνάρτηση μόνο του μεταβλητού κεφαλαίου, είναι ευνόητο ότι το ποσοστό
κέρδους (η σχέση της υπεραξίας προς όλο το κεφάλαιο και όχι μόνο προς το μεταβλητό του μέρος) έχει τάση προς
πτώση. Ο Μαρξ αναλύει λεπτομερειακά αυτή την τάση και μια σειρά περιστατικά που την καλύπτουν ή που αντιδρούν σ'
αυτήν. Χωρίς να σταθούμε στην ανάλυση των εξαιρετικά ενδιαφερόντων κεφαλαίων του III τόμου, που είναι
αφιερωμένα στο τοκογλυφικό, στο εμπορικό και στο χρηματικό κεφάλαιο, θα περάσουμε στο πιο βασικό: στη θεωρία
της γαιοπροσόδου.
Επειδή η επιφάνεια της γης στις καπιταλιστικές χώρες κατέχεται όλη από χωριστούς ιδιοκτήτες και είναι περιορισμένη,
η τιμή παραγωγής των γεωργικών προϊόντων καθορίζεται από τα έξοδα παραγωγής όχι στο μέσο έδαφος, αλλά στο
χειρότερο έδαφος, όχι με βάση τις μέσες συνθήκες, αλλά με βάση τις χειρότερες συνθήκες που τα προϊόντα
μεταφέρονται στην αγορά. Η διαφορά ανάμεσα σ' αυτή την τιμή και την τιμή παραγωγής στα καλύτερα εδάφη (ή τα
εδάφη με τις καλύτερες συνθήκες) δίνει τη &αφορικ?)γαιοπρόσοδο. Ο Μαρξ, αναλύοντας τη λεπτομερειακά, δείχνοντας
ότι προέρχεται από τη διαφορά της γονιμότητας των διαφόρων κομματιών γης και από τη διαφορά στο μέγεθος των
κεφαλαίων που τοποθετούνται στη γη, ξεσκέπασε πέρα για πέρα (βλ. και τις Θεωρίες της υπεραξίας, όπου αξίζει να
προσεχτεί ιδιαίτερα η κριτική για τον Ροντμπέρτους17) το λάθος του Ρικάρντο18, που υποστηρίζει ότι τάχα η διαφορική
γαιοπρόσοδος προκύπτει μόνο κατά το διαδοχικό πέρασμα από τα καλύτερα εδάφη στα χειρότερα. Αντίθετα,
συμβαίνουν και αντίστροφα περάσματα, συμβαίνει εδάφη μιας ορισμένης καηγορίας να μετατρέπονται σε εδάφη άλλης
κατηγορίας (χάρη στην πρόοδο της αγροτεχνικής, χάρη στην ανάπτυξη των πόλεων κλπ.) και ο περιβόητος «νόμος της
φθίνουσας γονιμότητας του εδάφους» αποτελεί μεγάλο λάθος, αποτελεί προσπάθεια να ρίξει κανείς στη φύση τις
ελλείψεις, τους περιορισμούς και τις αντιθέσεις του καπιταλισμού.
Έπειτα, η ισότητα του κέρδους σ' όλους τους κλάδους της βιομηχανίας και γενικά της εθνικής οικονομίας προϋποθέτει
πλήρη ελευθερία συναγωνισμού, ελευθερία μετακίνησης του κεφαλαίου από τον ένα κλάδο στον άλλο. Η ατομική όμως
ιδιοκτησία γης δημιουργεί ένα μονοπώλιο, ένα εμπόδιο γι' αυτή την ελεύθερη μετακίνηση. Εξαιτίας αυτού του
μονοπωλίου, τα προϊόντα της αγροτικής οικονομίας, που χαρακτηρίζεται για πιο χαμηλή σύνθεση του κεφαλαίου και
συνεπώς για ατομικά ανώτερο ποσοστό κέρδους, δεν πηγαίνουν στο εντελώς ελεύθερο προτσές της εξίσωσης του
ποσοστού κέρδους· ο ιδιοκτήτης της γης, σαν μονοπωλητής, αποκτά τη δυνατότητα να κρατήσει την τιμή πάνω από το
μέσο όρο και αυτή η μονοπωλιακή τιμή δημιουργεί την απόλυτηγαιοπρόσοδο. Η διαφορική γαιοπρόσοδος δεν μπορεί
να εξαλειφθεί όσο θα υπάρχει ο καπιταλισμός, ενώ η απόλυτη γαιοπρόσοδος μπορεί, λ.χ., με την εθνικοποίηση της γης,
με το πέρασμα της σε ιδιοκτησία του κράτους. Ένα τέτοιο πέρασμα θα σήμαινε εξάλειψη του μονοπωλίου των ατομικών
ιδιοκτησιών, θα σήμαινε πιο συνεπή και πιο ολοκληρωτική πραγματοποίηση της ελευθερίας συναγωνισμού στη
γεωργία.
Και γι' αυτό οι ριζοσπάστες αστοί, τονίζει ο Μαρξ, διατύπωσαν επανειλημμένα στην ιστορία αυτό το προοδευτικό αστικό
αίτημα της εθνικοποίησης της γης, που ωστόσο τρομάζει την πλειοψηφία της αστικής τάξης, γιατί «θίγει» καίρια και ένα
άλλο μονοπώλιο, που στις μέρες μας είναι εξαιρετικά σπουδαίο και «ευαίσθητο»: το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής
γενικά. (Με θαυμάσιο εκλαϊκευτικό, συνοπτικό και σαφή τρόπο εκθέτει ο ίδιος ο Μαρξ τη θεωρία του για το μέσο
κέρδος του κεφαλαίου και για την απόλυτη γαιοπρόσοδο στο γράμμα του προς τον Ένγκελς της 2 του Αυγούστου 1862.
Βλ. Αλληλογραφία, τόμ. III, σελ. 77-81. Σύγκρ. επίσης στο ίδιο μέρος το γράμμα της 9 του Αυγούστου 1862, σελ. 86-87). -
Σχετικά με την ιστορία της γαιοπροσόδου έχει επίσης σημασία να τονίσουμε την ανάλυση του Μαρξ, που δείχνει τη
μετατροπή της γαιοπροσόδου που ξεπληρώνεται με εργασία (όταν ο αγρότης με τη δουλειά του στη γη του τσιφλικά
δημιουργεί υπερπροϊόν) σε γαιοπρόσοδο σε προϊόντα ή σε είδος (όταν ο αγρότης παράγει στη δική του γη το
υπερπροϊόν και το δίνει στον τσιφλικά από «εξωοικονομικό εξαναγκασμό») και έπειτα σε γαιοπρόσοδο σε χρήμα (είναι
η ίδια η γαιοπρόσοδος σε είδος που μετατράπηκε σε χρήμα -τα «δοσίματα» της παλιάς Ρωσίας- σαν αποτέλεσμα της
ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής) και, τέλος, σε καπιταλιστική γαιοπρόσοδο, όταν στη θέση του αγρότη
εμφανίζεται ο επιχειρηματίας στη γεωργία, που καλλιεργεί τη γη, χρησιμοποιώντας μισθωτή εργασία.
Σε σχέση μ' αυτή την ανάλυση της «γέννησης της καπιταλιστικής γαιοπροσόδου» πρέπει να τονιστούν μια σειρά βαθιές
(και εξαιρετικά σπουδαίες για καθυστερημένες χώρες σαν την Ρωσία) σκέψεις του Μαρξ για την εξέλιξη του
καπιταλισμού στη γεωργία. «Ο σχηματισμός μιας τάξης ακτημόνων μεροκαματιάρηδων, που μισθώνονται με χρήμα, δε
συνοδεύει μόνο αναπόφευκτα τη μετατροπή της γαιοπροσόδου σε είδος σε γαιοπρόσοδο σε χρήμα, αλλά και
προηγείται απ' αυτή τη μετατροπή. Γι' αυτό στην περίοδο της γέννησης αυτής της τάξης, όταν η νέα αυτή τάξη δεν
εμφανίζεται ακόμη παρά μόνο σποραδικά, αναπτύσσεται φυσιολογικά στους πιο ευκατάστατους αγρότες, που είναι
υποχρεωμένοι να πληρώνουν δοσίματα, η συνήθεια να εκμεταλλεύονται για λογαριασμό τους μισθωτούς εργάτες γης,
έτσι ακριβώς όπως στα χρόνια της φεουδαρχίας οι εύποροι δουλοπάροικοι αγρότες κρατούσαν οι ίδιοι με τη σειρά τους
δουλοπάροικους. Οι αγρότες αυτοί αποκτούν έτσι βαθμιαία τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν κάποια περιουσία και να
μετατρέπονται οι ίδιοι σε μελλοντικούς καπιταλιστές.
Συνεπώς, μέσα στους παλιούς ιδιοκτήτες γης, που δουλεύουν οι ίδιοι τη γη, δημιουργείται ένα φυτώριο καπιταλιστών
ενοικιαστων γης, που η ανάπτυξη τους καθορίζεται από τη γενική ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής έξω από την
αγροτική οικονομία» (Το Κεφάλαιο, τόμ. III2, σελ. 332)... «Η απαλλοτρίωση και το διώξιμο από το χωριό ενός μέρους του
αγροτικού πληθυσμού δεν "απελευθερώνει" μόνο μαζί με τους εργάτες τα μέσα συντήρησης τους για το βιομηχανικό
κεφάλαιο, αλλά δημιουργεί και την εσωτερική αγορά» (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι2, σελ. 778). Η εξαθλίωση και η καταστροφή
του αγροτικού πληθυσμού παίζει με τη σειρά της ρόλο στη δημιουργία του εφεδρικού στρατού εργασίας για το
κεφάλαιο.
Σε κάθε καπιταλιστική χώρα, «ένα μέρος του αγροτικού πληθυσμού γι' αυτό το λόγο είναι συνεχώς έτοιμο να
μεταπηδήσει στο προλεταριάτο της πόλης, δηλαδή της μανιφακτούρας (μανιφακτούρα εδώ εννοεί κάθε κλάδο όχι
αγροτικό). Αυτή η πηγή του σχετικού υπερπληθυσμού αναβλύζει συνεχώς... Τον εργάτη γης τον κατεβάζουν συνεπώς
στο κατώτερο επίπεδο μεροκάματου και βρίσκεται πάντα με το ένα του πόδι στο βάλτο του παουπερισμού» (Το
Κεφάλαιο, τόμ. Ι2, σελ. 668). Η ατομική ιδιοκτησία του αγρότη πάνω στη γη που καλλιεργεί είναι η βάση της μικρής
παραγωγής και η προϋπόθεση για την άνθηση της, για να πάρει την κλασική μορφή της. Αυτή όμως η μικρή παραγωγή
συμβιβάζεται μόνο με τα στενά πρωτόγονα πλαίσια της παραγωγής και της κοινωνίας. Στον καπιταλισμό, «η
εκμετάλλευση των αγροτών διαφέρει από την εκμετάλλευση του βιομηχανικού προλεταριάτου μόνο κατά τη μορφή. Ο
εκμεταλλευτής είναι ο ίδιος: το κεφάλαιο. Ο κάθε καπιταλιστής χωριστά εκμεταλλεύεται τον κάθε αγρότη με τις υποθή-
κες και την τοκογλυφία. Η τάξη των καπιταλιστών εκμεταλλεύεται την τάξη των αγροτών με τους κρατικούς φόρους» (Οι
ταξικοί αγώνες στη Γαλλία).
«Ο μικρός κλήρος του αγρότη είναι μόνο το πρόσχημα, που επιτρέπει στον καπιταλιστή να βγάζει από τη γη κέρδος,
τόκο και γαιοπρόσοδο, ενώ αφήνει τον ίδιο το γεωργό να κοιτάζει πώς θα μπορέσει να βγάλει το μεροκάματο του» (18η
Μπρυμαίρ). Συνήθως, ο αγρότης παραχωρεί ακόμη και στην καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή στην τάξη των κα-
πιταλιστών, ένα μέρος από το μεροκάματο του, κατρακυλώντας «στο επίπεδο του Ιρλανδού ενοικιαστή γης -κι όλα αυτά
με το πρόσχημα ότι είναι ατομικός ιδιοκτήτης» (Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία). Πού βρίσκεται «μια από τις αιτίες τού ότι
στις χώρες όπου είναι κυρίαρχη η μικρή ιδιοκτησία των αγροτών στη γη, η τιμή του σταριού είναι χαμηλότερη απ' ό,τι
στις χώρες με καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής»; (Το Κεφάλαιο, τόμ. III2, σελ. 340). Βρίσκεται στο ότι ο αγρότης
παραχωρεί δωρεάν στην κοινωνία (δηλαδή στην τάξη των καπιταλιστών) ένα μέρος του υπερπροϊόντος. «Συνεπώς, αυτή
η χαμηλή τιμή (του σταριού και των άλλων γεωργικών προϊόντων) είναι αποτέλεσμα της φτώχειας των παραγωγών και
σε καμιά περίπτωση δεν είναι αποτέλεσμα της παραγωγικότητα της εργασίας τους» (Το Κεφάλαιο, τόμ. III2, σελ. 340).
Η μικρή ιδιοκτησία της γης, κανονική μορφή της μικρής παραγωγής, ξεπέφτει στον καπιταλισμό, καταστρέφεται και
εξαφανίζεται. «Η μικρή ιδιοκτησία της γης από την ίδια τη φύση της αποκλείει: την ανάπτυξη των κοινωνικών
παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, τις κοινωνικές μορφές εργασίας, την κοινωνική συγκεντροποίηση των
κεφαλαίων, την κτηνοτροφία σε μεγάλη κλίμακα, την προοδευτική εφαρμογή της επιστήμης. Η τοκογλυφία και το
φορολογικό σύστημα οδηγούν παντού αναπόφευκτα στην εξαθλίωση της. Η διάθεση κεφαλαίων για την αγορά γης
αφαιρεί αυτά τα κεφάλαια από την καλλιέργεια. Ατέλειωτο κομμάτιασμα των μέσων παραγωγής και χωρισμός των ίδιων
των παραγωγών του ενός από τον άλλον». (Οι συνεταιρισμοί, δηλαδή οι ενώσεις των μικροαγροτών, αν και παίζουν
προοδευτικό αστικό ρόλο, εξαιρετικά μεγάλο, το μόνο που κάνουν είναι ότι εξασθενίζουν αυτή την τάση, χωρίς να την
εξαλείφουν. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι οι συνεταιρισμοί αυτοί δίνουν πολλά στους εύπορους αγρότες και πολύ
λίγα, σχεδόν τίποτε, στη μάζα της φτωχολογιάς και έπειτα οι ενώσεις γίνονται οι ίδιες εκμεταλλευτές μισθωτής
εργασίας).
«Τεράστια διασπάθιση ανθρώπινων δυνάμεων. Προοδευτική χειροτέρευση των όρων παραγωγής και αύξηση της τιμής
των μέσων παραγωγής είναι αναγκαίος νόμος της κομματιασμένης (μικρής) ιδιοκτησίας». Ο καπιταλισμός και στη
γεωργία, όπως και στη βιομηχανία, μεταμορφώνει το προτσές παραγωγής μόνο με αντίτιμο το «μαρτυρολόγιο των
παραγωγών». «Η διασπορά των εργατών γης σε μεγάλες εκτάσεις σπάει τη δύναμη αντίστασης τους, ενώ η
συγκέντρωση των εργατών της πόλης μεγαλώνει αυτή τη δύναμη. Στη σύγχρονη, την καπιταλιστική γεωργία, όπως και
στη σύγχρονη βιομηχανία, το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και η μεγαλύτερη ευκινησία της
εξαγοράζονται με την καταστροφή και την εξάντληση της ίδιας της εργατικής δύναμης. Εκτός απ' αυτό, κάθε πρόοδος
της καπιταλιστικής γεωργίας δεν είναι μόνο πρόοδος στην τέχνη της καταλήστευσης του εργάτη, αλλά και στην τέχνη της
ληστρικής εκμετάλλευσης του εδάφους... Συνεπώς, η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύσσει μόνο την τεχνική και το
συνδυασμό του κοινωνικού προτσές παραγωγής, υποσκάπτοντας ταυτόχρονα τις πηγές κάθε πλούτου: τη γη και τον
εργάτη» (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι, τέλος του Που Κεφαλαίου).
Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
Απ' όσα ειπώθηκαν, είναι φανερό ότι ο Μαρξ βγάζει το συμπέρασμα πως είναι αναπόφευκτη η μετατροπή της
καπιταλιστικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική ολοκληρωτικά και αποκλειστικά από τον οικονομικό νόμο κίνησης της
σύγχρονης κοινωνίας. Η κοινωνικοποίηση της εργασίας, η οποία με χίλιες μορφές τραβάει μπροστά όλο και πιο γοργά
και που στο μισό αιώνα που πέρασε από το θάνατο του Μαρξ εκδηλώνεται πολύ ανάγλυφα στην ανάπτυξη της μεγάλης
παραγωγής, των καπιταλιστικών καρτέλ, συνδικάτων και τραστ, καθώς και στη γιγάντια αύξηση των διαστάσεων και της
δύναμης του χρηματιστικού κεφαλαίου - αυτή είναι η κύρια υλική βάση για τον αναπόφευκτο ερχομό του σοσιαλισμού.
Πνευματικός και ηθικός κινητήρας, φυσιολογικός εκτελεστής αυτής της μετατροπής είναι το προλεταριάτο, που
διαπαιδαγωγείται από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ο αγώνας του ενάντια στην αστική τάξη, που εκδηλώνεται με διάφορες
μορφές όλο και πιο πλούσιες σε περιεχόμενο, γίνεται αναπότρεπτα αγώνας πολιτικός, ο οποίος αποβλέπει στην κατά-
κτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο («δικτατορία του προλεταριάτου»). Η κοινωνικοποίηση της
παραγωγής θα οδηγήσει αναπόφευκτα στο πέρασμα των μέσων παραγωγής στην ιδιοκτησία της κοινωνίας, στην
«απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών». Η τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, ο περιορισμός της
εργάσιμης ημέρας, η αντικατάσταση των υπολειμμάτων, των ερειπίων της μικρής, πρωτόγονης, κομματιασμένης
παραγωγής με τη συλλογική τελειοποιημένη εργασία -να οι άμεσες συνέπειες αυτού του περάσματος.
Ο καπιταλισμός κόβει οριστικά τη σύνδεση ανάμεσα στη γεωργία και τη βιομηχανία, ταυτόχρονα όμως με την ανώτερη
ανάπτυξή του προετοιμάζει νέα στοιχεία αυτής της σύνδεσης, της συνένωσης της βιομηχανίας με τη γεωργία, με βάση
τη συνειδητή χρησιμοποίηση της επιστήμης και του συνδυασμού της συλλογικής εργασίας, στοιχεία καινούργιας
κατανομής του πληθυσμού (βάζοντας τέλος τόσο στην εγκατάλειψη του χωριού, στην απόσπαση του από τον κόσμο και
την εξαγρίωση του, όσο και στην αντιφυσιολογική συσσώρευση τεράστιων μαζών στις μεγάλες πόλεις). Οι ανώτατες
μορφές του σύγχρονου καπιταλισμού προετοιμάζουν μια νέα μορφή οικογένειας, νέες συνθήκες για τη θέση της
γυναίκας και τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς: η γυναικεία και η παιδική εργασία, η αποσύνθεση της πατριαρχικής
οικογένειας από τον καπιταλισμό παίρνουν αναπόφευκτα μέσα στη σύγχρονη κοινωνία τις πιο φρικτές, τις πιο ολέθριες
και τις πιο αποκρουστικές μορφές.
Παρ' όλα αυτά, «η μεγάλη βιομηχανία -χάρη στον αποφασιστικό ρόλο που παραχωρεί στις γυναίκες, στους νέους και
στα παιδιά και των δυο φύλων μέσα στο κοινωνικά οργανωμένο προτσές παραγωγής, έξω από τη σφαίρα της
οικογενειακής εστίας- δημιουργεί την καινούργια οικονομική βάση για μια ανώτερη μορφή οικογένειας και σχέσεων
ανάμεσα στα δυο φύλα. Φυσικά είναι εξίσου ανόητο να θεωρεί κανείς απόλυτη τη χριστιανο-γερμανική μορφή
οικογένειας, όπως και την αρχαία ρωμαϊκή ή την αρχαία ελληνική ή την ανατολική μορφή, που άλλωστε αποτελούν, η
μια με την άλλη, μια ενιαία ιστορική σειρά εξέλιξης. Είναι ολοφάνερο ότι η συγκρότηση συνδυασμένου εργατικού
προσωπικού από πρόσωπα και των δυο φύλων και των πιο διαφορετικών ηλικιών, παρόλο που έχει την πρωτόγονη,
κτηνώδη καπιταλιστική μορφή, όπου ο εργάτης υπάρχει για το προτσές παραγωγής και όχι το προτσές παραγωγής για
τον εργάτη και είναι χολεριασμένη πηγή αφανισμού και σκλαβιάς, αντίθετα, θα μετατραπεί αναπόφευκτα, κάτω από τις
αντίστοιχες συνθήκες, σε πηγή ανθρωπιστικής εξέλιξης» (Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι, τέλος του 13ου Κεφαλαίου).
Το εργοστασιακό σύστημα μας δείχνει το «έμβρυο της αγωγής του μέλλοντος, τότε που για όλα τα παιδιά πάνω από
ορισμένη ηλικία η παραγωγική εργασία θα συνδυάζεται με τη διδασκαλία και τη γυμναστική, όχι μόνο σαν μέθοδος για
την αύξηση της κοινωνικής παραγωγής, αλλά και σαν μοναδική μέθοδος για την κατάρτιση ολόπλευρα αναπτυγμένων
ανθρώπων» (στο ίδιο). Πάνω στην ίδια ιστορική βάση, όχι μόνο με την έννοια της απλής εξήγησης του παρελθόντος,
αλλά και με την έννοια της άφοβης πρόβλεψης του μέλλοντος και της τολμηρής πρακτικής δράσης που αποβλέπει στην
πραγματοποίηση αυτού του μέλλοντος, τοποθετεί ο σοσιαλισμός του Μαρξ και το εθνικό πρόβλημα μαζί με το
πρόβλημα του κράτους.
Τα έθνη είναι αναπόφευκτο προϊόν και αναπόφευκτη μορφή της αστικής εποής της κοινωνικής εξέλιξης. Και η εργατική
τάξη δεν μπορούσε να δυναμώσει, να ανδρωθεί, να σχηματιστεί χωρίς «να συγκροτηθεί στα πλαίσια του έθνους», χωρίς
να είναι «εθνική» («αν και διόλου με την έννοια που το καταλαβαίνει αυτό η αστική τάξη»). Η ανάπτυξη όμως του
καπιταλισμού σπάει ολοένα και περισσότερο τους εθνικούς φραγμούς, εκμηδενίζει την εθνική απομόνωση και βάζει στη
θέση των εθνικών ανταγωνισμών τους ταξικούς. Γι' αυτό στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είναι απόλυτα
αληθινό ότι «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα» και ότι «η συνένωση των προσπαθειών» των εργατών τουλάχιστον των
πολιτισμένων χωρών «είναι ένας από τους πρώτους όρους της απελευθέρωσης του προλεταριάτου» (Κομμουνιστικό
Μανιφέστο). Το κράτος, η οργανωμένη αυτή βία, γεννήθηκε κατά τρόπο αναπόφευκτο σε μια ορισμένη βαθμίδα
εξέλιξης της κοινωνίας, τότε που η κοινωνία διασπάστηκε σε ανειρήνευτες τάξεις, τότε που δεν μπορούσε πια να
υπάρχει χωρίς «εξουσία», που φαινομενικά ήταν πάνω από την κοινωνία και ως ένα ορισμένο σημείο είχε χωριστεί απ'
αυτή.
Το κράτος που γεννιέται μέσα από τις ταξικές αντιθέσεις, γίνεται το «κράτος της πιο ισχυρής, της οικονομικά κυρίαρχης
τάξης, που μ' αυτό γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη κι έτσι αποκτά νέα μέσα για την υποταγή και την εκμετάλλευση της
καταπιεζόμενης τάξης. Έτσι, το αρχαίο κράτος ήταν πριν απ' όλα κράτος των δουλοκτητών για την υποταγή των δούλων,
όπως το φεουδαρχικό κράτος ήταν όργανο των ευγενών για την υποταγή των δουλοπάροικων αγροτών και το σύγχρονο
αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης των μισθωτών εργατών από τους καπιταλιστές» (Ένγκελς,
Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και τον κράτους, όπου εκθέτει τις απόψεις τις δικές του και του
Μαρξ).
Ακόμη και η πιο ελεύθερη και προοδευτική μορφή αστικού κράτους, η λαοκρατική δημοκρατία, δεν παραμερίζει
καθόλου αυτό το γεγονός, αλλά απλώς αλλάζει τη μορφή του (σύνδεση της κυβέρνησης με το χρηματιστήριο, εξαγορά -
άμεση και έμμεση- των υπαλλήλων και του Τύπου κλπ.). Ο σοσιαλισμός, οδηγώντας στην εκμηδένιση των τάξεων,
οδηγεί έτσι και στην εκμηδένιση του κράτους. «Η πρώτη πράξη -γράφει ο Ένγκελς στο Αντι-Ντίρινγκ- με την οποία το
κράτος εμφανίζεται πραγματικά σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας - απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής
προς όφελος όλης της κοινωνίας- είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του, σαν κράτους. Η επέμβαση της
κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές σχέσεις γίνεται περιττή στον ένα τομέα ύστερα από τον άλλο και σβήνει μόνη της. Τη
διακυβέρνηση των ανθρώπων την αντικαθιστά η διαχείριση των πραγμάτων και η διεύθυνση του προτσές παραγωγής.
Το κράτος δεν καταργείται, απονεκρώνεται». «Η κοινωνία που οργανώνει την παραγωγή πάνω στη βάση μιας ελεύθερης
και ίσης ένωσης των παραγωγών, βάζει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί που είναι η θέση της: στο μουσείο των
αρχαιοτήτων, δίπλα στο αδράχτι και το μπρούντζινο τσεκούρι» (Ένγκελς, Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικές
ιδιοκτησίας και τον κράτους).
Τέλος, για τη στάση του σοσιαλισμού του Μαρξ απέναντι στο μικροαγρότη, που θα μείνει στην εποχή της
απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών, είναι απαραίτητο να αναφέρουμε τη δήλωση του Ένγκελς που εκφράζει τις
σκέψεις του Μαρξ: «Όταν θα κατακτήσουμε την κρατική εξουσία, δε θα σκεφτούμε καν να απαλλοτριώσουμε με τη βία
τους μικροαγρότες (αδιάφορο αν με αποζημίωση ή χωρίς αποζημίωση), όπως θα είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε
αυτό με τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Το καθήκον μας απέναντι στο μικροαγρότη είναι πριν απ' όλα να περάσουμε το
ατομικό νοικοκυριό του και την ατομική του ιδιοκτησία σε συνεταιριστική όχι με τη βία, αλλά με το παράδειγμα και την
παροχή κοινωνικής βοήθειας γι' αυτό το σκοπό. Και τότε θα έχουμε βέβαια αρκετά μέσα για να δείξουμε στο
μικροαγρότη όλα τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου περάσματος, πλεονεκτήματα που από τώρα κιόλας πρέπει να του τα
εξηγήσουμε»
(Ένγκελς, Το αγροτικό ζήτημα στη Λύση, έκδ. Αλεξέγεβα, σελ. 17, η ρωσική μετάφραση περιέχει λάθη. Το πρωτότυπο στη
Νβυβ Ζείΐ).
Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ
Αφού ξεκαθάρισε ακόμη από το 1844-1845 μια από τις βασικές ανεπάρκειες του παλιού υλισμού, ότι δηλαδή ο υλισμός
αυτός δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τους όρους και να εκτιμήσει τη σημασία της επαναστατικής πρακτικής δράσης, ο
Μαρξ σ' όλη τη ζωή του, παράλληλα με τις θεωρητικές του εργασίες, έστρεψε αμείωτη την προσοχή του στα ζητήματα
τακτικής της ταξικής πάλης του προλεταριάτου. Τεράστιο υλικό δίνουν απ' αυτή την άποψη όλα τα έργα του Μαρξ και
ιδιαίτερα η τετράτομη αλληλογραφία του με τον Ένγκελς, που εκδόθηκε το 1913. Το υλικό αυτό δε συγκεντρώθηκε
ακόμη ολόκληρο, δεν τακτοποιήθηκε, δε μελετήθηκε και δε δουλεύτηκε. Γι' αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να
περιοριστούμε μόνο σε πολύ γενικές και σύντομες παρατηρήσεις, υπογραμμίζοντας ότι ο Μαρξ με το δίκιο του
θεωρούσε τον υλισμό, χωρίς αυτή του την πλευρά, μεσοβέζικο, μονόπλευρο, χωρίς ζωή. Ο Μαρξ καθόρισε το βασικό
καθήκον της τακτικής του προλεταριάτου σε πλήρη συμφωνία με όλες τις αφετηριακές αρχές της υλιστικής-διαλεκτικής
του κοσμοαντίληψης. Μόνο ο αντικειμενικός υπολογισμός του συνόλου των αμοιβαίων σχέσεων όλων χωρίς εξαίρεση
των τάξεων μιας δοσμένης κοινωνίας, συνεπώς και ο υπολογισμός των αμοιβαίων σχέσεων της αντικειμενικής βαθμίδας
ανάπτυξης αυτής της κοινωνίας και ο υπολογισμός των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σ' αυτή και τις άλλες κοινωνίες
μπορεί ν' αποτελέσει τη βάση μιας σωστής τακτικής της πρωτοπόρας τάξης.
Παράλληλα, όλες οι τάξεις και όλες οι χώρες δεν εξετάζονται από στατική, αλλά από δυναμική άποψη, δηλαδή όχι σε
κατάσταση ακινησίας, αλλά σε κατάσταση κίνησης (που οι νόμοι της πηγάζουν από τους οικονομικούς όρους ύπαρξης
κάθε τάξης). Η κίνηση με τη σειρά της δεν εξετάζεται μόνο από την άποψη του παρελθόντος, αλλά και από την άποψη
του μέλλοντος, όχι με τη χυδαία αντίληψη των «εξελικτικών», που βλέπουν μόνο τις αργές αλλαγές, αλλά διαλεκτικά:
«Στις μεγάλες ιστορικές εξελίξεις 20 χρόνια ισοδυναμούν με μια μέρα -έγραφε ο Μαρξ στον Ένγκελς- αν και αργότερα
μπορεί να έλθουν τέτοιες μέρες, που να συγκεντρώνουν μέσα τους 20 χρόνια» (Αλληλογραφία, τόμ. III, σελ. 127). Σε
κάθε βαθμίδα ανάπτυξης, η τακτική του προλεταριάτου πρέπει κάθε στιγμή να υπολογίζει αυτή την αντικειμενικά
αναπόφευκτη διαλεκτική της ιστορίας της ανθρωπότητας, χρησιμοποιώντας, από το ένα μέρος, τις εποχές της πολιτικής
στασιμότητας ή της λεγόμενης «ειρηνικής» εξέλιξης με ρυθμό χελώνας, για ν' αναπτύξει τη συνείδηση, τη δύναμη και τη
μαχητική ικανότητα της πρωτοπόρας τάξης και διεξάγοντας, από το άλλο μέρος, όλη αυτή τη δουλειά με
προσανατολισμό τον «τελικό σκοπό» της κίνησης της δοσμένης τάξης και τη δημιουργία μέσα σ' αυτή την κίνηση της
ικανότητας να δίνονται πρακτικές λύσεις στα μεγάλα προβλήματα στις μεγάλες μέρες, που «συγκεντρώνουν μέσα τους
20 χρόνια».
Σχετικά μ' αυτό το ζήτημα, έχουν ξεχωριστή σημασία δυο συλλογισμοί του Μαρξ. Ο ένας είναι από την Αθλιότητα της
φιλοσοφίας και αφορά τον οικονομικό αγώνα και τις οικονομικές οργανώσεις του προλεταριάτου και ο άλλος από το
Κομμουνιστικό Μανιφέστο και αφορά τα πολιτικά καθήκοντα του προλεταριάτου. Ο πρώτος λέει: «Η μεγάλη βιομηχανία
συγκεντρώνει στο ίδιο μέρος ένα πλήθος ανθρώπους που δε γνωρίζει ο ένας τον άλλο. Ο συναγωνισμός προκαλεί
διάσπαση στα συμφέροντα τους. Η περιφρούρηση όμως του μεροκάματου, το κοινό αυτό συμφέρον απέναντι στο
αφεντικό τους, τους ενώνει σε μια κοινή σκέψη, τη σκέψη της αντίστασης, του συνασπισμού τους... Αν στην αρχή ο
συνασπισμός αυτός γίνεται μεμονωμένα, κατόπιν σχηματίζονται ομάδες και η περιφρούρηση από τους εργάτες των
συνδικάτων τους ενάντια στο κεφάλαιο, που διαρκώς ενώνεται, γίνεται γι' αυτούς πιο απαραίτητη από την
περιφρούρηση του μεροκάματου... Σ' αυτό τον αγώνα -αληθινό εμφύλιο πόλεμο- ενώνονται και αναπτύσσονται όλα τα
στοιχεία για την επερχόμενη μάχη. Όταν ο συνασπισμός φτάσει σ' αυτό το σημείο, παίρνει πολιτικό χαρακτήρα».
Έχουμε εδώ μπροστά μας το πρόγραμμα και την τακτική του οικονομικού αγώνα και του συνδικαλιστικού κινήματος για
μερικές δεκαετίες, για όλη τη μακρόχρονη εποχή της προετοιμασίας των δυνάμεων του προλεταριάτου για την
«επερχόμενη μάχη». Κοντά σ' αυτά πρέπει να αναφέρουμε και τις πολυάριθμες υποδείξεις του Μαρξ και του Ένγκελς,
όπου, παίρνοντας για παράδειγμα το αγγλικό εργατικό κίνημα, δείχνουν πώς η «άνθηση» της βιομηχανίας προκαλεί
απόπειρες «εξαγοράς των εργατών» (Αλληλογραφία με τον Ένγκελς, τόμ. Ι, σελ. 136) και απόσπασης τους από τον
αγώνα· πώς η άνθηση αυτή γενικά «διαφθείρει τους εργάτες» (τόμ. Π, σελ. 218)· πώς «αστοποιείται» το αγγλικό
προλεταριάτο, πώς «το πιο αστικό απ' όλα τα έθνη» (το αγγλικό) «θέλει, όπως φαίνεται, να οδηγήσει τελικά τα
πράγματα σε σημείο, ώστε δίπλα στην αστική τάξη να έχει μια αστική αριστοκρατία και ένα αστικό προλεταριάτο» (τόμ.
II, σελ. 290)· πώς εξαφανίζεται «η επαναστατική θέληση του» (τόμ. III, σελ. 124)· πώς θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο-
πολύ μακρόχρονο διάστημα «για ν' απαλλαγούν οι Άγγλοι εργάτες από τη φανερή αστική τους μόλυνση» (τόμ. III, σελ.
127)· πώς από το αγγλικό εργατικό κίνημα λείπει «η φλόγα των χαρτιστών» (1866, τόμ. III, σελ. 305)· πώς οι Άγγλοι
ηγέτες των εργατών διαμορφώνονται σύμφωνα μ' έναν τύπο ενδιάμεσο «ανάμεσα σε ριζοσπάστη αστό και εργάτη» (για
τον Χόλιοκ19, τόμ. IV, σελ, 209)· πώς, λόγω του μονοπωλίου της Αγγλίας κι όσο το μονοπώλιο αυτό δε θα έχει σπάσει,
«δεν μπορείς να κάνεις τίποτα με τους Βρετανούς εργάτες» (τόμ. IV, σελ. 433). Η τακτική του οικονομικού αγώνα σε
σχέση με τη γενική πορεία (και την έκβαση) του εργατικού κινήματος εξετάζεται εδώ από μια εξαιρετικά πλατιά,
ολόπλευρα διαλεκτική και αληθινά επαναστατική άποψη.
Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, μιλώντας για την τακτική του πολιτικού αγώνα, διατύπωσε τη βασική θέση του
μαρξισμού: «οι κομμουνιστές αγωνίζονται για τους άμεσους σκοπούς και τα άμεσα συμφέροντα της εργατικής τάξης,
ταυτόχρονα όπως υπερασπίζουν και το μέλλον του κινήματος». Σύμφωνα μ' αυτή τη θέση, ο Μαρξ υποστήριζε το 1848
στην Πολωνία το κόμμα της «αγροτικής επανάστασης», «το ίδιο εκείνο κόμμα που προκάλεσε την εξέγερση της
Κρακοβίας το 1846».20 Στη Γερμανία το 1848-1849, ο Μαρξ υποστήριζε την άκρα επαναστατική δημοκρατία και ποτέ
αργότερα δεν ανακάλεσε όσα είχε πει τότε για την τακτική. Τη γερμανική αστική τάξη τη θεωρούσε στοιχείο που «από
την αρχή είχε την τάση να προδώσει το λαό» (μόνο μια συμμαχία με την αγροτιά θα έδιε στην αστική τάξη τη
δυνατότητα να εκπληρώσει στο ακέραιο τα καθήκοντα της) «και να έλθει σε συμβιβασμό με τους εστεμμένους
εκπροσώπους της παλιάς κοινωνίας» Αυτή είναι η γενική ανάλυση που έδωσε ο Μαρξ για την ταξική θέση της
γερμανικής αστική τάξης στην εποχή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, ανάλυση που αποτελεί, ανάμεσα στ' άλλα,
πρότυπο υλισμού που εξετάει την κοινωνία στην κίνηση της και μάλιστα όχι μόνο από την πλευρά της κίνησης που είναι
στραμμένη προς τα πίσω:«... .χωρίς πίστη στον ίδιο τον εαυτό της, χωρίς πίστη στο λαό· μουρμουρίζοντας προς τα πάνω,
τρέμοντας προς τα κάτω... φοβισμένη μπρος στην παγκόσμια θύελλα· καμιά ενεργητικότητα προς καμιά κατεύθυνση,
λογοκλοπία προς όλες τις κατευθύνσεις·... χωρίς πρωτοβουλία·... ένας καταραμένος γέρος, καταδικασμένος να
διευθύνει σύμφωνα με τα γεροντικά του συμφέροντα τις πρώτες νεανικές ορμές ενός ρωμαλέου λαού.,.» (Μα
Εφημερίδα τον Ρήνου, 1848, βλ. «Φιλολογική Κληρονομιά», τόμ. III, σελ. 212).
Ύστερα από 20 περίπου χρόνια, ο Μαρξ, σε γράμμα του προς τον Ένγκελς (III, 224), δήλωνε πως η αιτία της αποτυχίας
της επανάστασης του 1848 είναι το γεγονός ότι η αστική τάξη προτίμησε την ησυχία και τη σκλαβιά από την προοπτική
και μόνο της πάλης για την ελευθερία. Όταν τέλειωσε η εποχή των επαναστάσεων του 1848-1849, ο Μαρξ ξεσηκώθηκε
ενάντια σε κάθε παιχνίδι με την επανάσταση (Σάπερ21 - Βίλιχ22 και πάλη εναντίον τους) και απαιτούσε να γίνεται η
δουλειά μυαλωμένα στην εποχή αυτή της νέας φάσης, που προετοίμαζε δήθεν «ειρηνικά» νέες επαναστάσεις. Η
παρακάτω εκτίμηση της κατάστασης στη Γερμανία στα 1856, στην περίοδο της πιο μαύρης αντίδρασης, δείχνει με ποιο
πνεύμα απαιτούσε ο Μαρξ να διεξάγεται αυτή η δουλειά: «Το παν στη Γερμανία θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα να
υποστηριχτεί η προλεταριακή επανάσταση με μια δεύτερη έκδοση του Πολέμου των χωρικών» (Αλληλογραφία με τον
Ένγκελς, τόμ. Π, σελ. 108). Όσο η δημοκρατική (αστική) επανάσταση στη Γερμανία δεν είχε τερματιστεί, όλη η προσοχή
του Μαρξ, στο ζήτημα της τακτικής του σοσιαλιστικού προλεταριάτου, συγκεντρωνόταν στην ανάπτυξη της
δημοκρατικής θέλησης της αγροτιάς. Είχε τη γνώμη ότι η θέση του Λασάλ αποτελεί «αντικειμενικά προδοσία απέναντι
στο εργατικό κίνημα προς όφελος της Πρωσίας» (τόμ. III, σελ. 210) ανάμεσα στ' άλλα ακριβώς γιατί ο Λασάλ χαριζόταν
στους τσιφλικάδες και τον πρωσικό εθνικισμό. «Είναι πρόστυχο», έγραφε ο Ένγκελς το 1865, ανταλλάσσοντας σκέψεις
με τον Μαρξ σχετικά με κάποια κοινή δήλωση που σχεδίαζαν να κάνουν στον Τύπο, «σε μια αγροτική χώρα να επιτίθεται
κανείς εξ ονό-\ματ°ζ του βιομηχανικού προλεταριάτου μόνο ενάντια στην αστική τάξη και να ξεχνά την πατριαρχική
"εκμετάλλευση με τη μαγκούρα" του αγροτικού προλεταριάτου από τους φεουδάρχες ευγενείς» (τόμ. III, σελ. 217).
Την περίοδο του 1864-1870, τότε που πλησίαζε στο τέλος της η εποχή του τερματισμού της αστικοδημοκρατικής
επανάστασης στη Γερμανία, η εποχή του αγώνα των εκμεταλλευτριών τάξεων της Πρωσίας και της Αυστρίας για τον ένα
ή τον άλλο τρόπο τερματισμού αυτής της επανάστασης από τα πάνω, ο Μαρξ δεν καταδίκαζε μόνο τον Λασάλ που
ερωτοτροπούσε με τον Βίσμαρκ, μα και διόρθωνε τον Λίμπκνεχτ που είχε πέσει σε «αυστροφιλία» και υπεράσπιζε τον
παρτικουλαρισμό* ο Μαρξ απαιτούσε μια επαναστατική τακτική, που να καταπολεμάει εξίσου αμείλικτα και τον
Βίσμαρκ και τους αυστρόφιλους, μια τακτική που να μην προσαρμόζεται στο «νικητή», δηλαδή στο γιούνκερ της
Πρωσίας, αλλά να ξαναρχίσει αμέσως τον επαναστατικό αγώνα εναντίον του και μάλιστα στο έδαφος που δημιούργησαν
οι στρατιωτικές νίκες της Πρωσίας (Αλληλογραφία με τον Ένγκελς, τόμ. III, σελ. 134,136, 147,
179,204,210,215,418,437,440-441).
Στην περίφημη έκκληση της Διεθνούς της 9 του Σεπτέμβρη 1870, ο Μαρξ συνιστούσε στο γαλλικό προλεταριάτο να
προσέξει να μην αναλάβει μια πρόωρη εξέγερση, όταν όμως παρ' όλα αυτά άρχισε η εξέγερση (το 1871), ο Μαρξ
χαιρέτισε με ενθουσιασμό την επαναστατική πρωτοβουλία των μαζών «που έκαναν έφοδο στον ουρανό» (γράμμα του
Μαρξ προς τον Κούγκελμαν). Μια ήττα της επαναστατικής πάλης μέσα σ' αυτή την κατάσταση, όπως και σε πολλές
άλλες, ήταν από την άποψη του διαλεκτικού υλισμού του Μαρξ μικρότερο κακό μέσα στη γενική πορεία και την έκβαση
τον προλεταριακού αγώνα, απ' ό,τι η εγκατάλειψη της κατεχόμενης θέσης και η συνθηκολόγηση χωρίς μάχη: μια τέτοια
συνθηκολόγηση θα έσπαζε το ηθικό του προλεταριάτου και θα υπόσκαπτε την ικανότητα του για αγώνα.
Ο Μαρξ εκτιμούσε πέρα για πέρα τη χρησιμότητα των νόμιμων μέσων πάλης στην εποχή της πολιτικής στασιμότητας και
της κυριαρχίας της αστικής νομιμότητας, το 1877-1878 όμως, μετά την έκδοση του έκτακτου νόμου ενάντια στους
σοσιαλιστές, καταδίκασε αυστηρά την «επαναστατική φρασεολογία» του Μοστ23, μα στρεφόταν με όχι λιγότερη, αν όχι
περισσότερη, αυστηρότητα ενάντια στον οπορτουνισμό, που κυρίευσε τότε για ένα διάστημα το επίσημο
Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που δεν έδειξε αμέσως καρτερικότητα, σταθερότητα, επαναστατικότητα, απόφαση να
περάσει σε παράνομο αγώνα σαν απάντηση στον έκτακτο νόμο (
Γράμματα του Μαρξ στον Ένγκελς, τόμ. IV, σελ. 397,404,418,422, 424. Σύγκρ. επίσης τα γράμματα προς τον Ζόργκε).

Αναζήτηση

Διαβάζουμε...

Έργα Κ.Μαρξ και Φ.Ένγκελς
Έργα Β.Ι.Λένιν
Έργα Ι.Β. Στάλιν
Έργα Μάο Τσετούνγκ
Α.Γκράμσι - Η έννοια της δύναμης Α.Γκράμσι - Τα τετράδια 17 και 18
Ρ.Λούξεμπουργκ - Αφιέρωμα (+2 βιβλία)
Ν.Μπελογιάννης - Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
E.Γκεβάρα - Πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία
Έργα Ν. Ζαχαριάδη
PFLP: Η Παλαιστινιακή επανάσταση σε ιστορική καμπή

Αναγνώστες

Δανεικά...

Τα κείμενα, οι εικόνες και τα βίντεο έχουν βρεθεί στο διαδίκτυο. Δείτε κι αυτές τις σελίδες που έχουν αρκετό υλικό (αρκετά έχει "κλέψει" και η Μαρξιστική Αρχειοθήκη):